Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

Ο αρχαιότερος χάρτης δεν είναι Ελληνικός, ο δε Ελληνικός είναι πλαστός!


Ελληνοκεντρικές απάτες: Ιταλικός, βαβυλωνιακός, πλαστός, παραπλανητικός, ελληνικός χάρτης. 




Βλέπουμε τίτλους όπως:


 “Στα Ελληνικά ο αρχαιότερος χάρτης του κόσμου” 



“Ο ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ;”




"Ο ελληνικός χάρτης της Σολέτο"




"Ο ελληνικός χάρτης της Σολέτο"



Και φυσικά ο εικονιζόμενος χάρτης είναι ...βαβυλωνιακός!



Όλοι οι παραπάνω διαπράττουν τουλάχιστον τριπλή απάτη (διότι υπάρχει και τέταρτη):

Γιατί, στην πρώτη αράδα των άρθρων τους ο παραπλανητικός τίτλος "Ο αρχαιότερος χάρτης του κόσμου" μετατρέπεται σε: "O αρχαιότερος χάρτης στον δυτικό κόσμο" πράγμα εντελώς διαφορετικό, μια που ένας πολύ αρχαιότερος χάρτης είναι Βαβυλωνιακός και χρονολογείται από το 600 πΧ, δηλαδή έναν αιώνα παλιότερος από τον αποκαλούμενο Ελληνικό: (δες "Βαβυλωνιακός Χάρτης του Κόσμου")


Η φωτογραφία του πραγματικού
"Χάρτη του Σολέτο"



Το δεύτερο σκέλος της απάτης είναι πως αντί να βάλουν την φωτογραφία του ελληνικού χάρτη, βάζουν την φωτογραφία του Βαβυλωνιακού, που τους φαίνεται πιο εντυπωσιακή, αγνοώντας την εμφανέστατη σφηνοειδή γραφή πάνω του!
Το τρίτο σκέλος της απάτης είναι πως ο χάρτης δεν είναι όλος στα Ελληνικά! (Μιλάμε φυσικά για τον χάρτη για τον οποίο γίνονται οι αναφορές, τον "χάρτη του Σολέτο"και όχι για τον Βαβυλωνιακό)
Με την πραγματική φωτογραφία του "χάρτη" συνεχίζουν άλλοι ιστότοποι, οι περισσότεροι με παραπλανητικούς και πάλι τίτλους και φανταστικά συμπεράσματα.

"Οι αρχαίοι Έλληνες κατασκεύαζαν χάρτες πριν τους Ρωμαίους"
“O αρχαιότερος χάρτης χρονολογείται από το 500 π.Χ. και είναι γραμμένος στα Ελληνικά!!”
"Χάρτης του Σολέτο: ο αρχαιότερος του κόσμου…με ελληνικούς χαρακτήρες!”


Αλλά και αυτοί οι ιστότοποι παραπλανούν τους αναγνώστες τους γιατί ισχυρίζονται στον τίτλο πως μιλάνε και πάλι για τον "αρχαιότερο χάρτη", αλλά επίσης διότι δεν δίνουν την πληροφορία πως ο χάρτης αυτός είναι πιθανότατα πλαστός.

 Αυτή είναι η τέταρτη απάτη.


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή

Το 2003 ανακαλύφθηκε στο Soleto  της Νότιας Ιταλίας (Δες εδώ, "Soleto Map")  από τον Βέλγο Thierry van Compernolle του Πανεπιστήμιου του Montpellier ένα θραύσμα κεραμικού (“Όστρακον”) με ελληνικούς χαρακτήρες που παριστάνει την περιοχή του Salento. 
Τα ονόματα είναι μερικά στα Ελληνικά και άλλα στην γλώσσα των Μεσσαπίων, αλλά με ελληνικούς χαρακτήρες.
Το όστρακο χρονολογείται από το 500 πΧ, και θεωρείται ο αρχαιότερος χάρτης στην Δύση. 
Επίσης τοποθετεί τους Έλληνες πρώτους στην χαρτογράφηση, πριν τους Ρωμαίους.
'Ομως μια που τα περισσότερα ονόματα πόλεων δεν είναι στα ελληνικά, τίποτα δεν αποκλείει την χρήση ελληνικών χαρακτήρων από ντόπιους, και δεν κατοχυρώνει την Ελληνικότητα του "χάρτη".

 Θυμίζουμε πως υπάρχουν και άλλες επιγραφές γραμμένες στο ελληνικό αλφάβητο που δεν είναι Ελληνικές (Δες εδώ: Στήλη των Καμινίων").
'Ετσι κι αλλιώς ο χάρτης είναι κατά πάσα πιθανότητα πλαστός, και όπως φαίνεται, πάνω σε ένα αρχαίο "όστρακον", σε ένα ήδη σπασμένο κεραμικό δηλαδή, χαράχτηκε ένας χάρτης που δεν είναι σχεδιασμένος με την αρχαία μέθοδο, αλλά με την σύγχρονη.
Ο Βορράς είναι τοποθετημένος επάνω, πράγμα που δεν ήταν κανόνας για τους αρχαίους χάρτες. Οι Αιγύπτιοι έβαζαν τον Νότο στο πάνω μέρος. Άλλοι, την Ανατολή.
Οι πόλεις σημειώνονται με κουκκίδα όπως στους σύγχρονους χάρτες ενώ στους αρχαίους χάρτες σημειώνονται με το σύμβολο ενός σπιτιού.
Τα σχήματα και οι λέξεις ακολουθούν το περίγραμμα του θραύσματος. Αυτό αποδείχνει πως γράφτηκε μεταγενέστερα, πάνω στο ήδη σπασμένο αγγείο, και συνεπώς είναι ψεύτικος.


Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Επικίνδυνη Ελληνική παραλία όπου γίνονται κατολισθήσεις ψηφίστηκε ως η καλύτερη του Κόσμου!





Το παραμύθι με τις αλλεπάλληλες ελληνικές πρωτιές παγκοσμίως έχει τραβήξει αρκετά. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για περιφερειακές διακρίσεις, και όχι παγκόσμιες, βραβεία ιστοτόπων με χαμηλό κύρος, αντιφατικές δημοσιεύσεις -Επί παραδείγματι, ιστότοπος που μας λένε πως ανέδειξε επτά Έλληνες καθηγητές μέσα στους καλύτερους του κόσμου, μολοντούτο τοποθετεί το εκπαιδευτικό Ιδρυμα όπου διδάσκουν στην ...400ή θέση παγκοσμίως ή ακόμα και βραβεύσεις από ...ελληνικά ιδρύματα του εξωτερικού...
Τώρα όμως ήρθε φαίνεται η στιγμή να κινδυνεύσουν ζωές από αυτές τις πρωτιές...

Δεκάδες ιστότοποι πανηγυρίζουν λοιπόν (παίρνω έναν στην τύχη, το "Ποντίκι"):

"Ταξιδιώτες από όλο τον κόσμο συγκρίνουν και ψηφίζουν στο Flight Network τα καλύτερα μέρη, τις πιο όμορφες παραλίες και τα πιο ξεχωριστά φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Στο πλαίσιο αυτό, περισσότεροι από 600 ταξιδιωτικοί συντάκτες, bloggers και τουριστικά πρακτορεία ψήφισαν τις καλύτερες παραλίες του κόσμου και η κορυφή είναι ελληνική υπόθεση.
Συγκεκριμένα, καλύτερη παραλία του κόσμου ψηφίστηκε το «Ναυάγιο» στην Ζάκυνθο. Το Flight network τονίζει την εκπληκτική αντίθεση του γαλάζιου της θάλασσας με το χρώμα των βράχων και φυσικά το ίδιο το ναυάγιο που δίνει ξεχωριστή ομορφιά στην ίδια την παραλία. Αναλυτικά, με 10/10 βαθμολογείται η ομορφιά του τοπίου, με 8/10 η προσβασιμότητα και με 8/10 η ποιότητα άμμου και νερού, ενώ επισημαίνεται πως το Ναυάγιο έχει 275 ημέρες ηλιοφάνεια και μέση ετήσια θερμοκρασία 19 βαθμούς."

 (Φυσικά η ανάγνωση της είδησης μας πληροφορεί πως ούτε η προσβασιμότητα, ούτε και η ποιότητα του νερού της εν λόγω παραλίας είναι άψογες -άλλη μια πρωτιά της πλάκας, λοιπόν)
Καμία πληροφόρηση όμως δεν δίνουν οι ιστότοποι αυτοί για την επικίνδυνη κατολίσθηση που έγινε στο "Ναυάγιο" πέρσι, και ευτυχώς, προξένησε μόνο τραυματισμούς, αν και τα πράγματα μπορούσαν να εξελιχθούν πολύ πιο άσχημα.

Και πάλι παίρνω μια περσινή δημοσίευση κατά τύχη, εδώ από το CNN

"Ζάκυνθος: Κατολίσθηση στο «Ναυάγιο», τρεις ελαφρά τραυματίες
14:14 Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018
Αναστάτωση προκλήθηκε το πρωί της Πέμπτης στη Ζάκυνθο, όταν στην φημισμένη παραλία του νησιού, Ναυάγιο, σημειώθηκε κατολίσθηση, με αποτέλεσμα βράχοι και πέτρες να καταλήξουν στην ακτή και στη θάλασσα. Από την πτώση των βράχων τραυματίστηκαν τρεις άνθρωποι, ενώ στις αρμόδιες Αρχές σήμανε συναγερμός και για τυχόν αγνοούμενους. 

Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία από το Λιμενικό, στην περιοχή βρίσκονταν τρεις βάρκες οι οποίες αναποδογύρισαν, γεγονός που προκάλεσε φόβους για αγνοούμενους.
Ωστόσο από την καταμέτρηση των επιβαινόντων στα τουριστικά σκάφη που βρίσκονταν στον όρμο Ναυαγίου, δεν προέκυψε κανένας αγνοούμενος. 
Στο σημείο έσπευσε δύναμη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας με οκτώ άτομα, ενώ για το νησί αναχώρησαν και ομάδες της ΕΜΑΚ από την Ελευσίνα, αλλά και από την Πάτρα, με εκπαιδευμένο σκύλο. Στη θαλάσσια περιοχή βρίσκονται επίσης δύο σκάφη του Λιμενικού.Όπως επισημαίνεται από το Λιμενικό Σώμα η παραλία έχει, προληπτικά, εκκενωθεί, ενώ έχει απαγορευθεί από τη λιμενική αρχή Ζακύνθου η προσέγγιση σκαφών μέχρι νεωτέρας.
Πώς έγινε η κατολίσθηση                                               
Σύμφωνα με μαρτυρίες ιδιοκτητών σκαφών που ήταν στην περιοχή την ώρα που έπεσαν οι βράχοι, στο συγκεκριμένο κομμάτι της παραλίας είχαν αγκυροβολήσει τρία σκάφη αναψυχής με επιβάτες. «Ακούστηκε ένα θόρυβος και έπεσε ένα μικρό κομμάτι βράχου, στη συνέχεια ένα δεύτερο μεγαλύτερο και τέλος, τρίτο μεγάλο κομμάτι βράχου που κατά την πτώση δημιούργησε μια θαλάσσια δίνη η οποία αναποδογύρισε τις βάρκες», δήλωσε στο ΑΠΕ - ΜΠΕ μέλος πληρώματος που βρίσκονταν στο σημείο.
Στη παραλία την ώρα της πτώσης των βράχων βρίσκονταν εκατοντάδες τουρίστες με μικρά παιδιά, που επιβιβάστηκαν σε σκάφη και απομακρύνθηκαν από την παραλία.

Οι τρεις ελαφρά τραυματίες μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο Ζακύνθου."

Να και το αντίστοιχο βίντεο με την κατολίσθηση




Θέτω στην κρίση σας αυτήν την επιλογή και αυτήν την νέα "Πρωτιά" της Ελλάδας.
Να κρίνεται ως καλύτερη μια παραλία χωρίς χερσαία διέξοδο, όπου γίνονται κατολισθήσεις. 
Και ρωτάω: Πόσο πραγματικά βοηθάει αυτό τον τουρισμό μας; Και...
Πόσο υπεύθυνοι θα είναι όσοι δημοσιεύουν την πρωτιά αυτή για τυχόν νέα θύματα στο "Ναυάγιο";



Την δημοσίευση την είδαμε εδώ:



Ermis News

Καθώς και στην σελίδα facebook της "ΜΗΧΑΝΗΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ"



Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη
Οι "Σύμμαχοι"
Αγγλία, Τουρκία και Γαλλία.

Η Τουρκική απόβαση το 1974
Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη
Ο θάνατος του Αυξεντίου

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη
Η Κύπρος στο χέρι του Θεού

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη
Η Τουρκική κατάκτηση

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη
Η κατάκτηση από τους Σταυροφόρους

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη
Οι κρεμάλες των Εγγλέζων

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη

Τα μαρτύρια της Κύπρου. Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη
Οι "Σύμμαχοι" (κάτω)
Αγγλία, Τουρκία και Γαλλία.
Και η φωτογραφία από όπου αποδόθηκε.
Λόρδος Ράγκλαν, Ομάρ πασάς και στρατηγός Πέλισιέ
Κριμαϊκός Πόλεμος.

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Ανοιχτή επιστολή προς τους Γενετιστές.



Δούλος
400–375 π.Χ
Μουσείο Λούβρου
Πηγή: Βικιπαίδεια



Η τελευταία μόδα της ανάλυσης του DNA για εξαγωγή ιστορικών συμπερασμάτων που επιβεβαιώνουν ή μη την προέλευση πληθυσμών από την προϊστορία ως σήμερα έχει την στόφα της επιστημονικής ακρίβειας, η οποία, όμως αντιφάσκει με τα ως τώρα ιστορικά στοιχεία.
Γιατί,
αν οι μεταναστεύσεις και οι επιδρομές ξένων λαών σε μια περιοχή μπορεί ίσως να θεωρηθούν αμελητέες μια που συνήθως περιλάμβαναν ολιγάριθμα στρατιωτικά σώματα, που μπορούσαν να απορροφηθούν από τους ντόπιους πληθυσμούς χωρίς να αφήσουν κατάλοιπα, δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για την Δουλεία.
Η Δουλεία στο αρχικό της στάδιο, που ονομάζεται “οικογενειακό” ήταν ολιγάριθμη και προέρχονταν από γειτονικές, και πιθανά συγγενείς Φυλές, ή ακόμα και από την ίδια Φυλή (λόγω χρεών).
Μολοντούτο, ακόμα και στην προϊστορική εποχή, οι μύθοι για αρπαγές ξένων γυναικών (Ελένη, Ιώ, Μήδεια, Ευρώπη) με μεγαλύτερο παράδειγμα την μαζική αρπαγή ξένων γυναικών από τους Ρωμαίους, απηχούν σημαντικές μίξεις πληθυσμών. Αλλά στο προχωρημένο της στάδιο, αυτό του Χρυσού Αιώνα στην Ελλάδα, ας πούμε, ή στην Αυτοκρατορική περίοδο στην Ρώμη,
(α) η Δουλεία αποτελούσε την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, υπερπολλαπλάσια των ελευθέρων πολιτών.
(β) οι Δούλοι προέρχονταν πλέον από ξένες χώρες (Για παράδειγμα, κοινό όνομα δούλου στην αρχαία Αθήνα ήταν το “Μάνης” που ήταν Φρυγικό)


Ταφικό μνημείο από την αρχαια Αθήνα.
Ο ιπποκόμος είναι Αιθίοπας.

Λεπτομέρεια του ιπποκόμου από την προηγούμενη φωτογραφία.
Τα νεγρικά χαρακτηριστικά είναι εμφανή.
Άφησαν τα ίχνη τους στην Τέχνη, αλλά όχι στο DNA

(γ) πολλοί από αυτούς τους δούλους απελευθερώνονταν και πλέον, μετά από άλλη μία γενιά οι απόγονοί τους γίνονταν πολίτες με πλήρη δικαιώματα, ως μέλη της οικογένειας του αφέντη τους (κατάλοιπο της “οικογενειακής” περιόδου της Δουλείας) Παράδειγμα ο Πασίων, που τον Χρυσό Αιώνα, από δούλος έγινε ...Τραπεζίτης και Αθηναίος πολίτης. Ο Σίκιννος, Πέρσης δούλος του Θεμιστοκλή που έγινε πολίτης των Θεσπιών. Η πιο γνωστή περίπτωση βέβαια είναι ο Αίσωπος, από το Φρυγικό Αμόριο. Οι ελάχιστες επώνυμες περιπτώσεις όμως δεν αρκούν να περιγράψουν το φαινόμενο. Πολλοί δούλοι, είτε κλέβοντας, είτε κάνοντας κρυφά ή φανερά διάφορες ιδιωτικές δουλίτσες, κατόρθωναν να αγοράσουν την ελευθερία τους. Αυτοί δημιουργούσαν και ...μόδα, γιατί άφηναν τα μαλλιά να πέφτουν στο μέτωπο για να καλύψουν το στίγμα (τατουάζ) του δούλου, όπως λέει ο Αθήναιος. Υπήχαν και μαζικές περιπτώσεις απελευθέρωσης δούλων. Γενικά, όσες πόλεις είχαν θέμα δημογραφικό (και αυτό ήταν ενδημικό φαινόμενο στην Ελλάδα, όχι μόνο λόγω των πολέμων, μια που τα ανεπιθύμητα παιδιά εγκαταλείπονταν στο δρόμο νόμιμα. δες εδώ: ΕΚΘΕΤΑ ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ) έκαναν πολίτη τους όποιον έβρισκαν, και πρώτα τους δούλους. Ακραίο παράδειγμα αυτό του Άργους. Όταν οι πολίτες του εξοντώθηκαν μέχρις ενός από τους Σπαρτιάτες, οι Αργίτισσες παντρεύτηκαν τους δούλους τους, και όταν τα παιδιά τους ενηλικιώθηκαν τους έδιωξαν!
Δεν θέλω να κουράσω τον καλόπιστο αναγνώστη με άλλα παραδείγματα και άλλες κατηγορίες απελεύθερων. Ο κακόπιστος, έτσι κι αλλιώς δεν με αφορά. Στόχος του άρθρου δεν είναι η συνολική ανάλυση του φαινομένου της δουλείας. Για περισσότερα, διαβάστε εδώ: "Η Επίδραση της Δουλείας στον αρχαίο κόσμο". Πλήθος μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων αναφέρουν πως, ανάμεσα στους ελεύθερους πολίτες τόσο της Ελλάδας όσο και της Ρώμης υπήρχε υπογεννητικότητα, για την οποία μάταια έπαιρναν μέτρα τα κράτη και οι οι αυτοκράτορες. Ακούμε για ερημωμένες πόλεις και ιερά. Όλα αυτά συνεργούσαν στο να αυξηθεί ο αριθμός και η σημασία των δούλων. Ξέρουμε πως πολλές φορές την Ρώμη την κυβερνούσαν οι Απελεύθεροι... Ας μνημονεύσω τον Ησίοδο, στο "Έργα και Ημέραι": Κατ΄αρχάς συμβουλεύει να έχει ο άντρας μόνο ένα παιδί: (προφανέστατα για να μην διασκορπιστεί η περιουσία ανάμεσα σε πολλούς κληρονόμους) Όποιος γυναίκα εμπιστεύεται, απατεώνα εμπιστεύεται. Είθε να έχεις ένα παιδί μοναχογιό τον πατρικό να σώζει. (στ. 375-376) Την δε νόμιμη γυναίκα, την βλέπει σαν εμπόδιο, και συμβουλεύει την αγορά δούλας: Πρώτα απ᾽ όλα να πάρεις σπίτι, βόδι για όργωμα, γυναίκα, αγορασμένη, όχι με γάμο, που να μπορεί ν᾽ ακολουθεί τα βόδια, κι όλα τα αναγκαία στο σπίτι μέσα να τα ᾽χεις έτοιμα (στ 405-407)
Απ᾽ τη γυναίκα την καλή τίποτε πιο καλό δεν αποκτά ο άντρας,
και τίποτε πάλι φοβερότερο απ᾽ την κακή, που το φαΐ παραμονεύει:
αυτή το σύζυγό της, και δυνατός να είναι ακόμα,
δίχως δαυλό τον καίει και πρόωρα γηρατειά τού δίνει.
(στ. 702 - 706}
Πηγή της Μετάφρασης εδώ


Δ. Δημόπουλου "Η Καταγωγή των Ελλήνων" σελ 95
Πίνακας βασισμένος στις μετρήσεις σκελετών, όπου φαίνεται η διαρκής διαφοροποίηση του ελληνικού πληθυσμού από την εποχή του Χαλκού ως την Ρωμαϊκή.
Μελέτη Έντζελ και Ξηροτύρη.
Ούτε ένα ανθρωπομετρικό στοιχείο δεν παρέμεινε ίδιο.
Δηλώνεται βέβαια πως υπάρχει φυλετική συνέχεια, (πράγμα που δεν το αμφισβητώ) αλλά διαψεύδονται εκ των πραγμάτων οι δηλώσεις των Γενετιστών πως μείναμε ίδιοι και απαράλλαχτοι από την εποχή του Μίνωα.
Φυσικά γέλιο προκαλεί η διαπίστωση πως παραμένουμε ..."Μεσογειακή Φυλή"...
Η γνωστή, ένοχη, εναλλαγή των όρων "Έλληνας" και "Μεσογειακός"
.


Από την άλλη, αν οι εισαγωγές ξένων δούλων ήταν σημαντικές τον Χρυσό Αιώνα, τότε τι μπορούμε να πούμε για την Ελληνιστική Περίοδο, όταν υποτάχθηκε η Ασία και η Αίγυπτος; Μέχρι και η γλώσσα άλλαξε, μετατρεπόμενη στην "Κοινή Ελληνική" όχι λόγω εσωτερικής κοινωνικής εξέλιξης, αλλά γιατί την άλλαξαν οι ξένοι που την μιλούσαν απλουστευμένα, και αυτό επηρέασε και τους γηγενείς Έλληνες. Ακόμα και η Αττική διάλεκτος άλλαξε λόγω της έντονης παρουσίας ξένων στην Αθήνα, όπως μαρτυρά ο Φιλόστρατος, ενώ οι φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας διοικούνταν από Φοίνικες και γενικά Μεσανατολίτες, καταλήγοντας στην εποχή που έκλεισαν, να μην έχουν ούτε έναν φιλόσοφο Ελληνικής καταγωγής, ενώ τα καράβια ξεφόρτωναν τσούρμο ξένους μαθητές. (Διαβάστε τον Ευνάπιο) Όλα αυτά ουδόλως επηρέασαν το DNA μας, λένε οι γενετιστές. Μιλάει η ...Επιστήμη.

Και σα να μην έφτανε αυτό, ήρθαν οι Ρωμαίοι. Πόλεις που καταστράφηκαν από αυτούς, όπως η Κόρινθος, για παράδειγμα, έγιναν αποικίες συνταξιούχων Λεγεωναρίων, ενώ την ίδια στιγμή, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μεταφέρονταν ως δούλοι στην Ρώμη. (140.000 Έλληνες πάρθηκαν ως δούλοι μόνο από την Ήπειρο, σε έναν μόνο πόλεμο) Και πάλι άλλαξε ακόμα και η γλώσσα όπως μαρτυρούν επιγραφές, μια που δημιουργήθηκε, εκ των πραγμάτων, μια ελληνολατινική διάλεκτος που συνέχισε μέχρι και την Βυζαντινή εποχή. Ούτε αυτά επηρέασαν το DNA μας, ισχυρίζονται οι Γενετιστές. Φυσικά, κρατάνε και μια πισινή δηλώνοντας πως γενετικά, λένε, μοιάζουμε πολύ με τους Ιταλούς, αλλά γι αυτό ευθύνεται η ...Μεγάλη Ελλάδα και όχι η Ρωμαϊκή κατάκτηση (τι είναι αυτό;) τόσο της Μεγάλης Ελλάδας όσο και της κανονικής... (Ενετοκρατία; Τί είν΄ετούτο πάλι;)
Στην συνέχεια, οι Γενετιστές μας προσπαθούν να αποδείξουν πως η θεωρία του Φαλμεράιερ δεν ισχύει. Μα, ο Φαλμεράιερ διύλιζε τον κώνωπα του Μεσαίωνα και κατάπινε όλη την κάμηλο της αρχαιότητας που μόλις περιέγραψα. Την ίδια απαξίωση των τεράστιων αλλαγών της αρχαιότητας κάνουν και οι γενετιστές, όχι χωρίς να πέσουν σε αντιφάσεις και να μαγειρέψουν τα αποτελέσματα της , ούτως ή άλλως, νεοφανούς επιστήμης τους, που κάνουν ό, τι μπορούν για να εξευτελίσουν. Όλοι αυτοί μαζί προκαλούν μόνον γέλωτα.


Οπότε,
από την ακμή της Αρχαιότητας ως την αρχή του Μεσαίωνα, όπου η Δουλεία άκμαζε, αλλά και ο χάρτης του κόσμου άλλαζε ριζικά, και όχι μόνο μια φορά, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να μιλάμε σοβαρά για γενετική ομοιογένεια και γενετική συνέχεια οποιουδήποτε πληθυσμού στην λεκάνη της Μεσογείου. Ειδικά μάλιστα όταν στην περίοδο της αρχαιότητας, ισχυροί λαοί με μεγάλη επίδραση εξαφανίστηκαν εντελώς -οι Φοίνικες, οι Θράκες, οι Ετρούσκοι, ενώ αργότερα εξελληνίστηκαν και εξαφανίστηκαν εντελώς πανάρχαιοι λαοί της Μικράς Ασίας, οι Φρύγες, οι Λυδοί, οι Κάρες, οι Καππαδόκες (Λευκοσύροι) κλπ., όπως την προϊστορική εποχή είχαν απορροφηθεί από αυτούς οι Λούβιοι, λαό που τον γνωρίζουμε μόνο από αρχαιολογικά ευρήματα. Όλοι οι Μικρασιάτες ήδη συμμετείχαν στην γενετική μας δεξαμενή ως δούλοι από παλιά, και πια μπήκαν στο Ελληνικό αίμα ως ίσοι. Είναι αδύνατον ακόμα και να υποθέσουμε πως το DNA των άλλων λαών δεν επηρεάστηκε από αυτήν την λαίλαπα.
Όσον αφορά αυτούς τους εξαφανισμένους λαούς, πχ τους Ετρούσκους, αλλά και τους Φοίνικες, ( Matisoo-Smith: "we still know little about the Phoenicians themselves" εδώ, στο τέλος του άρθρου) οι Γενετιστές δηλώνουν αδυναμία καθορισμού του DNA τους. (Για τους Ετρούσκους οι γενετιστές δηλώνουν πως δεν μπορούν να βγάλουν συμπέρασμα γιατί είχαν πολλούς δούλους. Οι άλλοι λαοί δεν είχαν δηλαδή; Ας παραδεχτούν πως για άλλους λαούς υπάρχει πολιτικό συμφέρον...)
Περιέργως αυτό δεν ισχύει για λαούς που συνεχίζουν να υπάρχουν ως τις μέρες μας…
Δηλώσεις για την γενετική καταγωγή και την συνέχεια ή μη πληθυσμών από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, είναι εκ προοιμίου ανακριβείς και αντιεπιστημονικές, εκτός αν κάποιος γενετιστής μπορέσει να απαντήσει εύλογα στα παραπάνω ζητήματα, ή αν ευθαρσώς δηλώσει πως τα ιστορικά στοιχεία που διαθέτουμε είναι ψευδή..
Πως όμως θα δικαιολογήσετε την "επιστημονικότατη" εναλλαγή και ελευθέρια χρήση των όρων "Ελληνική Φυλή" "Μεσογειακή φυλή" "Λευκή Φυλή" "Καυκάσια Φυλή' στο ίδιο ...άρθρο; (σε ένα άρθρο μνημονεύεται μαζί με τα παραπάνω και ..."Σιβηριανό Φύλο"....)



Ελληνικότατον νόμισμα.
Περισσότεροι μαύροι στην αρχαία ελληνική τέχνη εδώ.
Ας δούμε με παραδείγματα πως οι Γενετιστές πουλάνε φούμαρα για να καταλήξουν (συνήθως στο τέλος των άρθρων τους) σε γενικολογίες και σε αναίρεση του ...τίτλου της μελέτης τους:


Μετά από μια σειρά μεγαλοστομίες, το άρθρο με τίτλο:
"Τo DNA των Ελλήνων και των άλλων Βαλκανικών λαών" (εδώ)
Καταλήγει πως κατά το 1/3 "οι Ευρωπαίοι άρα και οι Έλληνες"
(μιλάμε για επιστημονική ακρίβεια τώρα)
κατάγονται  από την Μέση Ανατολή...

Με ακόμα μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια
η συνέχεια του ίδιου άρθρου
αποκαλύπτει σε κάθε Ανθέλληνα
πως οι Έλληνες ανήκουν στην ...Λευκή Φυλή κατά 98-99%


Και δυο λόγια για την Μεθοδολογία των "Επιστημόνων", που, όπως γράφουν (εδώ):

"Αναλύθηκε η γενετική σύσταση 790 γηγενών κατοίκων της Ελλάδας, από διάφορες περιοχές της χώρας με ιδιαίτερη ιστορική σημασία, αλλά και από Έλληνες προσφυγικής καταγωγής από τη Μ. Ασία"

Με άλλα λόγια, το δείγμα πληθυσμού που πάρθηκε δεν ήταν τυχαίο αλλά επιλεγμένο. Πρώτα επιλέχθηκαν τα δείγματα που πληρούσαν τον ...σκοπό της μελέτης, και μετά ...εξετάστηκαν.

Μα έτσι αγαπητοί, δεν βγαίνει το γενετικό προφίλ της Ελλάδας... Άνθρωποι που ζουν, εργάζονται και κάνουν οικογένειες εδώ, δεν μπορεί να αποκλειστούν αν δεν γεννήθηκαν επιτοπίως. Άλλωστε αργά ή γρήγορα γίνονται και επιγαμίες με αυτούς. Και για πόσες γενιές θα αποκλείετε από την έρευνά σας τα παιδιά τους που παραμένουν εδώ;

Επιπλέον, 720 δείγματα αρκούν για να βγουν συμπεράσματα για μια περίοδο ...200.000 ετών στην οποία επεκτείνεται η έρευνα! ΈΛΕΟΣ!

Σε άλλη έρευνα, εδώ, με ακόμα πιο ...μυθικό τίτλο, δηλώνεται με υπερηφάνεια πως εξετάστηκαν ...τριάντα σύγχρονοι Έλληνες και αυτό άρκεσε για να διαπιστωθεί πως όλοι εμείς είμαστε απόγονοι των Μινωιτών....


Αγαπητοί Γενετιστές
Αν δεν θέλετε να χαρακτηριστεί η Επιστήμη σας ως συγγενής της Χιτλερικής ανθρωπομετρίας, που χρησιμοποιούσε επιστημονικά δεδομένα για να στηρίξει πολιτικές απόψεις και τακτικές, καλύτερα να πείτε την αλήθεια.
Βέβαια, κατανοώ πως η απορρόφηση γενναίων Πανεπιστημιακών κονδυλίων αλλά και οι ιδιωτικές εταιρείες που ξεφύτρωσαν και υπόσχονται να σου βρουν τις "γενεές δεκατέσσερις" με το DNA σου, δεν μπορούν να αφήσουν κάποιον επιστήμονα αδιάφορο.

Αφήνει όμως παγερά αδιάφορο τον γράφοντα.

Δημήτρης Σκουρτέλης.

Παράρτημα

Μερικά στοιχεία που δεν χωρούν αμφισβήτηση:

Επειδή όλοι όσοι επικαλούνται την καθαρότητα και την συνέχεια της Φυλής παραλείποντας τον σημαντικό ρόλο των ξένων δούλων στην αρχαία κοινωνία, και συνεπώς και την συμμετοχή τους στην γενετική μας ταυτότητα, ας πάρουμε παράδειγμα τον Αριστοφάνη, που τα έργα του είναι θησαυρός κοινωνιολογικών στοιχείων. Οι ξένοι δούλοι στις κωμωδίες του, ξεχωρίζουν από τα ονόματά τους που δεν είναι καν ονόματα, τις περισσότερες φορές.
ΑΧΑΡΝΕΙΣ Αναφέρεται μια δούλα “Θράττα” (από την Θράκη. Οι αρχαίοι Θράκες δεν ήταν Έλληνες) Ο δούλος Ξανθίας (θα δούμε παρακάτω πως αυτό το όνομα δηλώνει ξένη καταγωγή). Σκύθες αστυνόμοι Στρατιωτικό απόσπασμα Θρακών Οδομάντων Επίσης αναφέρονται, όχι ως δούλοι, ο βασιλιάς της Σκυθίας Σιτάλκας και ο γιος του, που διέτριβαν στην Αθήνα με τιμή. Σιτάλκας σημαίνει αυτός που δυναμώνει το σιτάρι, και σχετίζεται με τις εισαγωγές σταριού που έγιναν από το βασίλειο του, πράγμα για το οποίο οι Αθηναίοι τον ανακήρυξαν επίτιμο πολίτη. ΙΠΠΕΙΣ Αναφέρονται δυο δούλοι “Οικέτες” (από το “οίκος”, γεννημένοι στο σπίτι του αφέντη, πράγμα σπάνιο) οι Δημοσθένης και Νικίας, που ίσως θεωρήσουμε Έλληνες, οι οποίοι όμως ταλαιπωρούνται από τον φρεσκοαγορασμένο δούλο Παφλαγόνα, από την Ασία. ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ Δύο σκλάβοι με ελληνικά ονόματα, Σήκων και Παρμένων. Ας τους θεωρήσουμε Έλληνες, αν και όπως θα δούμε, το ελληνικό όνομα δεν είναι πάντα καθοριστικό εθνικότητας. ΒΑΤΡΑΧΟΙ Ο Ξανθίας. Είναι παρατσούκλι και σημαίνει πως ήταν βόρειας καταγωγής. ΘΕΣΜΟΦΟΡΙΑΖΟΥΣΑΙ Ένας Σκύθης τοξότης ως αστυνόμος. Δύο δούλες, η Μανία και η Φιλίστη. “Μανία” (και “Μάνης”) ήταν κοινά φρυγικά ονόματα και παράλληλα ονόματα δούλων από εκεί. Τώρα για την Φιλίστη, αφήνω την φαντασία σας να οργιάσει. ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Πέντε Σκύθες αστυνόμοι εκ των οποίων μία γυναίκα. Μερικά εντελώς ξενικά ονόματά τους: Διτύλας, Σκεβλύας, Παρδόκας. ΟΡΝΙΘΕΣ Δύο σκλάβοι, ο Ξανθίας (πάλι, πράγμα που ενισχύει την άποψη πως ήταν παρατσούκλι ανθρώπου ξανθού, συνεπώς ξένου) και ο Μάνης, όνομα φρυγικό. ΕΙΡΗΝΗ Δεν έχουμε ονόματα σκλάβων ΣΦΗΚΕΣ Αναφέρονται σκλάβοι “Οικέτες” και πάλι, βρίσκουμε ξένα ονόματα. Σωσίας, Ξανθίας (πάλι, είπαμε προς που τείνει η ανάλυση του ονόματος) Μίδας (αρχαίος βασιλιάς της Φρυγίας) Φρύγας, (ε, δεν θέλει ερμηνεία) Μασυνθίας, και μια αυλητρίδα, η Δαρδανίς (από την Τροία) Ο Σωσίας, που αναφέραμε, με ελληνικότατο όνομα χωρίς κάτι να παραπέμπει σε ξένη προέλευση, προσεύχεται στον Ασιατικό θεό Σαβάζιο. Καταλάβαμε. ΝΕΦΕΛΕΣ Πάλι ένας δούλος Ξανθίας. ΠΛΟΥΤΟΣ Ο δούλος Καρίων (από την Καρία)
Κι αν δεν σας φτάνουν τα δικά μου, να μια μελέτη που βρήκα αφού έγραψα τα παραπάνω:
Απόσπασμα Διδακτορικής Διατριβής: "Η χρήση εθνικών ονομάτων για τους οικιακούς δούλους αποτελεί συχνό φαινόμενο στην αριστοφανική κωμωδία και σύμφωνα με τον Ehrenberg αντικατοπτρίζει την "πολύχρωμη εικόνα της αττικής δουλείας». Παρά την ποικιλία εθνικών ονομάτων στα αριστοφανικά έργα, εμφανής είναι η προτίμηση του ποιητή σε κάποια συγκεκριμένα, όπως π.χ. το φρυγικό αρσενικό όνομα «Μανής» (Ειρήνη, Όρνιθες, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσαι, Βάτραχοι) και το θηλυκό όνομα «Θράττα» (Αχαρνείς, Σφήκες, Ειρήνη και Θεσμοφοριάζουσες). Εκτός από δηλώσεις για την εθνική ταυτότητα των φορέων τους, τα αριστοφανικά ονόματα των υπηρετών συχνά τους προσδίδουν συγκεκριμένα φυσικά γνωρίσματα, ως ενδείξεις βαρβαρικής καταγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας αποτελεί ένα εξίσου συνηθισμένο όνομα δούλου, το όνομα «Ξανθίας», δηλωτικό του χρώματος των μαλλιών του φορέα. Το εύρος της λέξης ξανθός σύμφωνα με τον Sommerstein είναι μεγάλο, αλλά το όνομα «Ξανθίας» ταυτίζονταν κυρίως με ξανθές και κόκκινες κόμες, που παρέπεμπαν σε δούλους θρακικής καταγωγής. Η συχνή μάλιστα χρήση του από τον Αριστοφάνη για χαρακτήρες υπηρετών έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την ομηρική και τραγική εικονοποιεία, σύμφωνα με την οποία τα ανοικτόχρωμα μαλλιά θεωρούνται στοιχείο ομορφιάς και αποτελούν έμβλημα αρκετών ηρωικών μορφών ευγενικής καταγωγής (όπως ο Αχιλλέας, ο Μενέλαος, ο Ιάσωνας κ.α.). Η τάση να συνδεθούν τα ανοικτόχρωμα μαλλιά με δούλους ξενικής καταγωγής επιβιώνει και στον μεταγενέστερο Μένανδρο, με τη χρήση του ονόματος «Πυρρίας», το οποίο επίσης δηλώνει το κόκκινο χρώμα." (“Εκφάνσεις της μορφής του δούλου στον Ευριπίδη και στην Κωμωδία: μια συγχρονική και διαχρονική επισκόπηση” Μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Πατρών, Αγγελική Α. Καπιτσάκη Σελ.51)
Η παραπάνω μελέτη θεωρεί όλα τα ονόματα δούλων που αναφέρονται στον Αριστοφάνη, (αλλά και όλων των άλλων δούλων) ακόμα και τα ελληνικά, πλαστά, κατασκευασμένα: "Οι δούλοι -ελλείψει βιολογικών και αστικών δεσμών- διέθεταν ένα μονάχα (μικρό) όνομα που τους είχε δοθεί είτε από το αφεντικό είτε από τον δουλέμπορο από τον οποίο αγοράστηκαν, το οποίο συχνά ήταν δηλωτικό της πραγματικής ή της υποτιθέμενης καταγωγής τους και κάποιες φορές δίπλα σε αυτό δηλώνονταν -ως συμπληρωματική του ονόματος- και η ασχολία τους." (σελ 50) Ο Δημόπουλος όμως, αποκλείει την ξενική καταγωγή των δούλων με τα εξής επιχειρήματα: “...είναι αναληθές ότι ήσαν βάρβαροι προσωασιατικής καταγωγής. Οι πλείστοι ήσαν ‘φύσει δούλοι’ /.../ οι ελάχιστοι δε ήσαν οι “κατά νόμον” δούλοι, δηλαδή οι αιχμάλωτοι πολέμου. Όλοι δε σχεδόν οι πόλεμοι εκείνης της εποχής ήσαν ενδοελληνικοί. Γι αυτό, σε κανένα σημείο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας δεν αναφέρεται να ομιλείται από τους δούλους άλλη γλώσσα πλην της Ελληνικής. Στον Αριστοφάνη μάλιστα, όπου εκ προθέσεως παρουσιάζονται απλοί άνθρωποι του λαού ομιλούντες, πουθενά δεν διαφαίνεται μη ελληνική παρουσία” (είναι αυτό που λέμε: “Εθνικόν το αναληθές”) και στην υποσημείωση λστ, που δεν την διαβάζουν πολλοί: “Σε βραδύτερους χρόνους φαίνεται ότι αγοράζονταν δούλοι και από την Θράκη (Γέτες και Δακοί) όχι όμως και Σκύθες (Στράβων C 304)”
(“Η καταγωγή των Ελλήνων” Δημόπουλος, σελ 12-123)
Όχι μόνο αγοράζονταν Σκύθες και άλλοι ξένοι πολύ πριν την εποχή του Στράβωνα, κατά τον “Χρυσό Αιώνα” αλλά στον Αριστοφάνη, φαίνεται πως μιλάνε παραφθαρμένα ελληνικά, παρά την δήλωση Δημόπουλου ότι “πουθενά [στον Αριστοφάνη] δεν διαφαίνεται μη ελληνική παρουσία…” Αντίθετα, η μελέτη της Καπιτσάκη διαπιστώνει στον Αριστοφάνη: “....συστηματική και επίμονη προσπάθεια του Σκύθη, ο οποίος –σε περισσότερους από διακόσιους στίχους- προσεγγίζει επί σκηνής τα ελληνικά ως δεύτερη (ξένη) γλώσσα. Τα σπαστά ελληνικά του αριστοφανικού Σκύθη, αποτελούν μια απλοποιημένη (και σαφώς διαστρεβλωμένη) μορφή ελληνικών με συχνές επαναλήψεις και πολλά λάθη, ιδίως φωνολογικά που επηρεάζουν κυρίως την προφορά του. Σε όλη την έκταση του λόγου του, οι πιο εμφανείς γλωσσικές συνήθειες του τοξότη είναι η παράλειψη της δάσυνσης στην αρχή των λέξεων και η αντικατάσταση των συμφώνων κ,π,τ από τα χ,φ,θ αντίστοιχα. Επίσης, συχνή είναι η αποβολή των τελικών συμφώνων και η παράλειψη του τελικού –ν πριν από σύμφωνα. Από μορφολογικής πλευράς, ο Σκύθης –όπως και οι περισσότεροι ξένοι ομιλητές- αδυνατεί να χρησιμοποιήσει ορθά τα γραμματικά γένη (στ.1111, 1123) και χρησιμοποιεί ελλειπτικά την κλίση των ρημάτων και των ονομάτων. Η σύνταξη που χρησιμοποιεί παρουσιάζεται λιγότερο προβληματική, καθώς τα συντακτικά του σφάλματα είναι πολύ λιγότερα από τα φωνολογικά και τα μορφολογικά, γεγονός που επιτρέπει την κατανόηση των λόγων του, χωρίς να στερεί από τη διακωμώδηση της προφοράς του.” (σελ. 77-78) Ο Ευριπίδης και οι ξένες σκλάβες. Η Θήβα φαίνεται πως αποτελούσε τον ενδιάμεσο σταθμό της αποστολής των προσφορών στο Μαντείο που έρχονταν από την Φοινίκη, αν και δεν βρίσκονταν πάνω στη διαδρομή Ευβοϊκός - Δελφοί. Αυτές οι προσφορές περιλάμβαναν και σκλάβες: «Τη θάλασσα της Τύρου αφήνοντας, από το νησί» [την Τύρο] «ήρθα της Φοινίκης, για τον Λοξία προσφορά ακριβή, δουλεύτρα στο ναό του Φοίβου» Ευριπίδης, Φοίνισσαι, στ. 202 κ. έ.
Οι σκλάβες των ιερών ονομάζονταν “ιερόδουλες” λέξη που πήρε άλλη σημασία λόγω των σκλάβων που ανήκαν στους ναούς της Αφροδίτης. Ο δραματουργός δεν περιορίστηκε σε αυτήν την αναφορά. Το δράμα των ξένων γυναικών που υποδουλώθηκαν και οδηγήθηκαν στην Ελλάδα φαίνεται να τον συγκινεί πολύ. Οι Τραγωδίες “Εκάβη”, Τρωάδες”, “Ανδρομάχη”, ασχολούνται με αυτό το θέμα, ενώ οι “Φοίνισσες” που αναφέραμε και άλλες τραγωδίες του πάλι μιλάνε για τέτοιες περιπτώσεις. Σίγουρα δεν πρόκειται για ενδιαφέρον του ποιητή για την ...μυθολογία, αλλά μεταφορά καταστάσεων που έβλεπε γύρω του. Σημειώνουμε πως τόσο ο Αριστοφάνης όσο και ο Ευριπίδης έγραφαν την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου. Ήταν ένας πόλεμος ολοκληρωτικός, εντελώς διαφορετικός από τους εθιμοτυπικούς εμφύλιους της προκλασικής εποχής, που οδηγούσε στην υποδούλωση των πληθυσμών ολόκληρων πόλεων. Συνεπώς η αναλογία των Ελλήνων σε σχέση με τους ξένους σκλάβους θα πρέπει να είχε αυξηθεί κατά πολύ, και όμως, οι μαρτυρίες για τους ξένους σκλάβους δεν υποχώρησαν καθόλου. Γιατί;
ΜΕΡΙΚΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ...
Αν ήσουν δουλοκτήτης, και έπιανες δούλο έναν κάτοικο Ελληνικής Πόλης με την οποία η Πόλη σου ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση, τι θα έκανες;
Σε πρώτο στάδιο θα έβλεπες αν έχει πλούσια οικογένεια ή πλούσιους φίλους που θα ήταν πρόθυμοι να τον εξαγοράσουν.
Αν αυτό δεν ήταν δυνατόν, θα ήσουν εντελώς αδικαιολόγητος αν τον κράταγες για να σου δουλεύει, όσο μάλιστα ήσουν σε πόλεμο με την πατρίδα του. Θα αποκτούσες εσύ και η Πόλη σου, έναν κατάσκοπο - σαμποτέρ. Αμφιβάλλω δηλαδή, αν το κράτος σου θα σου επέτρεπε να τον κρατήσεις.
Ο μόνος τρόπος να κρατήσεις έναν τέτοιο δούλο θα ήταν η ολοκληρωτική εξαφάνιση της Πόλης του, αν και πάλι, θα μπορούσε κάλλιστα να σε μισήσει γι αυτό.
Έ, τι να κάνεις, να τον πετάξεις; όχι βέβαια. Απλά τον πουλάς στους "βαρβάρους" και με αυτά τα λεφτά αγοράζεις έναν "βάρβαρο" δούλο, από τους πατριώτες του οποίου κινδυνεύεις λιγότερο, κύρια γιατί έκανες μια καλή μπίζνα μαζί τους
Το "απρόσμενο" επιπλέον πλεονέκτημα της μπίζνας αυτής είναι πως τελικά διαθέτεις ένα δυναμικό δούλων που δεν έχουν πια επικοινωνία με την εθνική και οικογενειακή τους ομάδα, και δεν μπορούν να έχουν σύμπνοια και συνεννόηση ανάμεσα τους γιατί είναι ξένοι και στον τόπο, αλλά και μεταξύ τους. Είναι, άλλωστε ένας από τους λόγους που όλες οι επαναστάσεις των δούλων απέτυχαν, και αυτό δεν συνέβη τυχαία ...
Τόσο απλά είναι τα πράγματα, και η συνταγή μεταφέρθηκε σχεδόν αυτούσια στην σημερινή εποχή της απρόσκοπτης μετανάστευσης... Αυτοσχεδιάζω; Βάζετε στοίχημα; Η τελική μαρτυρία για ξένους δούλους.

Δυστυχώς ο Δημοσθένης, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης κλπ δεν πρόφτασαν να διαβάσουν τα αποτελέσματα του ελέγχου του DNA των Ελλήνων, ούτε διάβασαν τις δηλώσεις Δημόπουλου, έτσι έγραψαν “ανακρίβειες” σαν την ακόλουθη: Ο Δημοσθένης, λοιπόν, θεωρεί πως η ανθρώπινη συμπεριφορά των Αθηναίων προς τους ξένους δούλους είναι ικανός λόγος για να μην οργίζονται οι βάρβαροι κατά των Ελλήνων. Μην ανησυχείτε, τους λέει, σας παίρνουμε δούλους αλλά καλοπερνάτε με μας: [48] "Ακούστε Αθηναίοι τον φιλάνθρωπο νόμο, που δεν επιτρέπει την κακομεταχείριση ακόμα και των δούλων. Λοιπόν, κάποιος θεός πρέπει να πάει στους βαρβάρους από τους οποίους έρχονται οι δούλοι στους Έλληνες, αυτόν τον νόμο, και να μας παινέσει και να συστήσει την πόλη μας και να τους πει πως υπάρχουν μερικοί άνθρωποι Έλληνες τόσο πράοι και φιλάνθρωποι στην ανατροφή τους, ώστε, ώστε, ακόμα και αν έχουν αδικηθεί με πολλούς τρόπους από εσάς, και έχοντας εναντίον σας πατροπαράδοτη έχθρα, μολοντούτο, όσους [από εσάς] αγοράσουν για δούλους ούτε θέλουν να τους κακομεταχειρίζονται αλλά και νόμο του κράτους που να το απαγορεύει ψήφισαν... (μπλα μπλα μπλα...)" [48] Ἀκούετ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦ νόμου τῆς φιλανθρωπίας, ὃς οὐδὲ τοὺς δούλους ὑβρίζεσθαι ἀξιοῖ. Τί οὖν πρὸς θεῶν εἴ τις εἰς τοὺς βαρβάρους ἐνεγκὼν τὸν νόμον τοῦτον, παρ᾽ ὧν τὰ ἀνδράποδ᾽ εἰς τοὺς Ἕλληνας κομίζεται, ἐπαινῶν ὑμᾶς καὶ διεξιὼν περὶ τῆς πόλεως εἴποι πρὸς αὐτοὺς ὅτι [49] εἰσὶν Ἕλληνές τινες ἄνθρωποι οὕτως ἥμεροι καὶ φιλάνθρωποι τοὺς τρόπους ὥστε πόλλ᾽ ὑφ᾽ ὑμῶν ἠδικημένοι, καὶ φύσει τῆς πρὸς ὑμᾶς ἔχθρας αὐτοῖς ὑπαρχούσης πατρικῆς, ὅμως οὐδ᾽ ὅσων ἂν τιμὴν καταθέντες δούλους κτήσωνται, οὐδὲ τούτους ὑβρίζειν ἀξιοῦσιν, ἀλλὰ νόμον δημοσίᾳ τὸν ταῦτα κωλύσοντα τέθεινται τουτονὶ καὶ πολλοὺς ἤδη παραβάντας τὸν νόμον τοῦτον ἐζημιώκασιν θανάτῳ, (Κατὰ Μειδίου περὶ τοῦ Κονδύλου) Ανθρωπομετρικά τινά Πριν μας ξεφουρνίσουν το DNA, υπήρχε η Ανθρωπομετρία, η επιστήμη (ναι, και αυτή είναι επιστήμη αν και συκοφαντήθηκε γιατί την υποστήριζαν οι Χιτλερικοί) που με μετρήσεις στον σκελετό, και περισσότερο στο κρανίο, καθόριζε την φυλή των ανθρώπων. Ο Πουλιανός, ας πούμε, Ανθρωπομέτρης είναι, μια που η επιστήμη του συνέχισε να καλλιεργείται στην ΕΣΣΔ παρά το χιτλερικό της πρόσημο. Ο Δημόπουλος, που προαναφέραμε, παρά τις ιστορικές του ανακρίβειες -συνειδητά ψεύδη τα λέω- ως θαυμαστής δηλωμένος του Αδόλφου, έγραψε ένα βιβλίο "βασισμένος" στα πορίσματα αυτής της επιστήμης. Και βάζω εισαγωγικά. γιατί και αυτός, όπως και οι αγαπητοί μου γενετιστές, όπου στριμώχνονται, χρησιμοποιούν ελεύθερα (ελευθέρια θα έλεγα) τους όρους "Ελληνική Φυλή", "Μεσογειακή Φυλή" και "Λευκή Φυλή" (Ο Δημόπουλος προσθέτει και το "Αρία Φυλή" - Η Μεσογειακή Φυλή κατ αυτόν φτάνει μέχρι την ...Ινδία) για να βγάλει το ...ίδιο συμπέρασμα. Είμαστε ίδιοι και απαράλλαχτοι... Διαστρεβλώνοντας τις πηγές, θεωρεί πως οι δούλοι ήταν όλοι ντόπιοι. Παραδέχεται πως οι Μυκηναίοι ήταν "δολιχοκέφαλοι" ενώ οι σημερινοί Έλληνες είναι "βραχυκέφαλοι" (σελ 97) και αυτό οφείλεται στην ...ενδογαμία ισχυρίζεται!!!! (σελ. 210 -211) Κατά τα άλλα εγώ συκοφαντώ τους Έλληνες... Ορμάτε στις αδελφές και τις ξαδέλφες Συνέλληνες, είναι παράδοση! Φυσικά, στην αρχή της μελέτης του γράφει πως χαρακτηριστικό των Μεσογειακών είναι η "δολιχοκεφαλία". (σελ. 30) Ό, τι του κάτσει του ανθρώπου, χαρακτηριστικό που βλέπουμε και σε κάθε γενετιστή άξιο του τίτλου του. Οι Φοίνικες και οι Αιγύπτιοι είναι Έλληνες, κατ' αυτόν... (Εδώ οι γενετιστές διαφωνούν. Καμιά σχέση δεν έχουμε) Φυσικά αγνοεί ηθελημένα παντελώς την Ελληνιστική περίοδο. Και όμως, ακόμα και αυτός παραδέχεται -αντίθετα με τους γενετιστές -πως υπήρξε αλλαγή στην Ελληνική Φυλή στην Ρωμαϊκή περίοδο... “Διναρική επιμειξία, αντιθέτως, παρατηρείται πολύ αργότερα, στην Ρωμαϊκή εποχή- τότε είχαμε κάποια αύξησι του δείκτου Π/Μ και των διαστάσεων του προσώπου, αλλά πάντως όχι του κρανιακού ύψους”. (σελ. 96) Παραδέχεται δε κι άλλες επιμιξίες. Αν τα ανθρωπομετρικά του στοιχεία είναι το ίδιο μαγειρεμένα όσο τα ιστορικά που παραθέτει, μπορούμε ακροθιγώς να φανταστούμε τις πραγματικές ανθρωπομετρικές μεταβολές που έγιναν. Συμπεραίνω λοιπόν πως οι σύγχρονοι Γενετιστές έχουν πολύ πιο ακραίες απόψεις από τον θαυμαστή αυτόν του Χίτλερ! Αλλες απάτες σχετικά με το DNA: "Οι πρόγονοι των Δανών ήταν Έλληνες" ή "Οι Έλληνες έφεραν πανούκλα στη Δανία"; Και

"Ευρωπαϊκή καταγωγή είχαν οι Φοίνικες"!

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Βυζαντινός Άρχων, Εξόριστος, Στιχουργών






Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν.

Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε

επιμελέστατος. Και θα επιμείνω,

ότι κανείς καλλίτερά μου δεν γνωρίζει

Πατέρας ή Γραφάς, ή τους Κανόνας των Συνόδων.

Εις κάθε αμφιβολίαν του ο Βοτανειάτης,

εις κάθε δυσκολίαν στα εκκλησιαστικά, 

εμένα συμβουλεύονταν, εμένα πρώτον.

Αλλά εξόριστος εδώ (να όψεται η κακεντρεχής


Ειρήνη Δούκαινα), και δεινώς ανιών,

ουδόλως άτοπον είναι να διασκεδάζω

εξάστιχα κι οκτάστιχα ποιών - 

να διασκεδάζω με μυθολογήματα

Ερμού, και Απόλλωνος, και Διονύσου,

ή ηρώων της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου·

και να συνθέτω ιάμβους ορθοτάτους,

όπως - θα μ' επιτρέψετε να πω - οι λόγιοι

της Κωνσταντινουπόλεως δεν ξέρουν να συνθέσουν.

Αυτή η ορθότης, πιθανόν, είν' η αιτία της μομφής.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

“ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ” ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ο Αυξεντίου.
Σχέδιο Δημήτρη Σκουρτέλη.


“...Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στη μοναξιά, στη λησμονιά, οπουδήποτε, απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ…”

Οι  τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου, όπως τις οραματίστηκε ο Ρίτσος.
Ο Κύπριος αγωνιστής κάηκε ζωντανός από τους Βρετανούς στρατιώτες μετά από πολύωρη μάχη.

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ:
“ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ”

(Ο Γρηγόρης Αυξεντίου  αποκλεισμένος στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά)





Τέλειωσαν πια τα ψέματα – δικά μας και ξένα Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πια να ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.
Κι  όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω, να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ – ( για ποιόν; Για μένα; για τους άλλους; ) Πρέπει.
Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.
Οι  άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία – σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί  ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν’ ακουστεί μια πελώρια κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ’ τη σιωπή που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα.
Μαρμαρωμένη ησυχία, – μ’ όλο που  ακούγονται οι ντουφεκιές κ’ οι φωνές – πόσο ξένα, δεν ακούγονται, χαράζονται στεγνά σα σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν πέσουν και μένουν σ’ έναν ξένο χώρο, σταματημένα κ’ αιχμηρά.
Τι ησυχία, – Μ’ όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια για πίσω. – Πίσω  και πλάι και πάνω, το φράγμα της πέτρας, μπροστά ένας μικρός ή ο ατελείωτος θάνατος, στη μέση ( στη μέση ; ) εγώ. – Τι είναι ένας άνθρωπος κλεισμένος στη φωτιά και στην πέτρα, που η μόνη του διέξοδος : Ένας τμηματικός θάνατος ; Πρέπει να τον γνωρίσω.
Δεν προφταίνω.
Ίσως και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσα ν’ αντέξω την καταφρόνια ή την συγγνώμη ή την λησμονιά των άλλων. Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί ; κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας ; Θα μπορούσα να βολευτώ στον ίσκιο μιας γωνιάς με σταυρωμένα τα χέρια γύρω στα σταυρωμένα γόνατα σα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίχτυα της ;
Ίσως  μπορούσε, κ’ έτσι ακόμη, νάταν όμορφα – Μια πεταλούδα παραπλανημένη ίσως θαρχόταν κάποτε να καθίσει στα κάγκελα του παραθύρου παίζοντας αόριστα, όχι για μένα, (μα ίσως και για μένα), τη δίδυμη, λεπτή σημαιούλα της, μια γραμμή φως ίσως περνούσε απ’ τη χαραματιά της πόρτας σαν το μικρό δαχτυλάκι μιας φίλης που τραβάει επιτιμητικά μια γραμμή στη σκόνη του τραπεζιού σου με τα τεφτέρια σου.
Η φωνή ενός παιδιού – δε μπορεί – θ’ ακουγόταν στα χωράφια ένα απόγευμα κ’ η ματιά μιας γυναίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας – η ματιά της, χαμένη στο βράδυ, θα σ’ άγγιζε, η ματιά μιας γυναίκας που δε σ’ είδε και την είδες.
Ίσως  και νάταν καλά. Ένας γλόμπος που  θ’ άναβε νωρίς μπροστά στην καγκελόπορτα της φυλακής σου μες στο ρόδινο ανοιξιάτικο δείλι, θάταν ίσως τούτος ο γλόμπος η απαλή καμπύλη ολόκληρης ακρογιαλιάς, θα μαζεύονταν πάνω του τα έντομα σαν τα μικρά καΐκια σ’ ένα λιμανάκι του νησιού μας.
Παντού  μπορείς να ταξιδέψεις κι ασάλευτος.
Μονάχα η τελευταία ακινησία : αταξίδευτη. Δε μπόρεσα να φύγω.
Δε χωρούσα. Ήταν η έξοδος στενή. Μούλειψε και το θάρρος μήπως και δε μπορέσω να πεθάνω. Συχωράτε με.
Ίσως οι τέσσερις συντρόφοι μου νάταν πιο δυνατοί από μένα – δηλαδή πιο ειλικρινείς. Εγώ ήμουν αδύναμος : Ντράπηκα.
Εσείς πηγαίνετε. ( Φύγανε.) Δε σας κρατώ. ( Φύγανε κιόλας. ) Στο καλό.
Η φωτιά πλησιάζει. Συχωράτε με, φίλοι που δεν μπόρεσα να σας ακολουθήσω, που σας άφησα μόνους σε τούτη την έξοδο. Είναι η πρώτη φορά. Δε μπορούσα. Συγχωρέστε με.
Κι  όμως, το νιώθω ακόμη, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στην ερημιά σαν κουρασμένος  πεισματάρης βράχος, ξεχασμένος, ή ν’ αδικιέμαι, ν’ αδικώ, να βλέπω ν’ αδικούνται οι φίλοι μου και να σωπαίνω, ή σα δαρμένος, μαδημένος σκύλος που κοιτάει καχύποπτα τη σκιά ενός σπουργιτιού και τη σκιά του,
Ή (το μελέτησα κι αυτό) ασκητεύοντας, να λειάνω με τις ρώγες των δαχτύλων μου (μαλακωμένες πια απ’ την αχρηστία) να λειάνω μια πέτρα κι ώρες ν’ αποξεχνιέμαι κοιτάζοντας τις ασάλευτες φλέβες της, κι έτσι σκυφτός να κλαίω αμίλητα απ’ την ευτυχία να υπάρχω.
Δε μπόρεσα.
Αν  έβγαινα παραδίνοντας τα κλειδιά μου, μπουσουλώντας  με χέρια και με πόδια (κάθε έξοδος είναι στενή, συντρόφια μου), αν κινούσα να παραδώσω σα σκισμένη σημαία την ψυχή μου – Ποια ψυχή μου ;
Δεν πρόφτασα όλη να τη δοκιμάσω, να τη γνωρίσω ολόκληρη. Μου χρειάζεται τούτη η στιγμή, να μάθω που και τι θα παραδώσω ή δε θα παραδώσω. Ξέρω πως θα μπορούσε νάμαι στη θέση σας, αδέρφια μου που φύγατε, γιατί ξέρω, όπως κι εσείς, τι θα πει πόνος και φόβος,
μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ’ τον πόνο μου κι απ’ το φόβο σας, όχι μονάχα το φόβο του κορμιού μου, μα και τον φόβο της ψυχής μου, που δεν την ξέρω – ο ίσκιος της κάθε κίνησής μου μεγάλωνε απέραντα πάνω σ’ έναν τρομαχτικά κάτασπρο τοίχο, και κάθε σφυγμό μου τον άκουγα να πέφτει μες στο πάντοτε γράφοντας στέρεους κ’ υδάτινους κύκλους ατελείωτους. Έτσι με τούτο το φόβο της ψυχής μου γλύτωσα απ’ το φόβο του κορμιού μου. Ωστόσο ξέρω όλο το φόβο, και μπορείτε να με πιστέψετε, γιατί κανένας μας δεν είναι που να θέλει να πονάμε ή να φοβόμαστε.
Εδώ τουλάχιστο, μπορείτε να με πιστέψετε.
Εδώ δεν είναι δύσκολο ν’ αγαπηθούμε. Όλα είναι τόσο δύσκολα, κ’ ίσως για τούτο και ν’ αξίζουν. Όμως δε θα μπορούσα να περπατήσω με κομμένα τα γόνατα της ψυχής μου. Με του κορμιού μου, τα πόδια και τα χέρια κομμένα, θα το μπορούσα. Συχωράτε με. Γεια σας.

Έφυγαν. Ησυχία. Τι μοναξιά πυκνοκατοικημένη. Τα πάντα πυκνά και διαλυμένα. Το απέραντο δίχως βάρος μάρτυρες. Σε ποιόν να μιλήσω και γιατί ; Αν είχαν τουλάχιστο μείνει. – Δεν πρέπει να βουλιάξω μέσα μου. Ας κρατηθώ  έστω απ’ τη φωνή μου, απ’ τον ήχο του δικού μου ντουφεκιού, να μείνει το κεφάλι μου έξω ή μοναχά το μέτωπό μου και τα μάτια μου. Θέλω να βλέπω.
Θέλω  να φανταστώ τα δέντρα, τα παράθυρα, τα πράγματα, να νιώσω τη σπιτίσια ζεστασιά τους, ν’ αντιμετωπίσω αυτή τη μεγάλη παγωνιά  της φωτιάς που πλησιάζει. Μια καρέκλα ακουμπισμένη στη γωνιά μιας κάμαρας μπορεί και νάναι, λέω, σαν εσωτερικό καμπαναριού, όπου ο ήχος της καμπάνας στρογγυλός κατεβαίνει γεμίζοντας με κυριακάτικη ησυχία το σπίτι. Δε μπορώ να συνεχίσω.
Μοιάζει ανέφικτη η νίκη δίχως  μάρτυρες που να τη διαλαλήσουν.
Θέλω  να φανταστώ το πτώμα  μου τριγυρισμένο από κλαμένους  φίλους και μεσίστιες σημαίες για να μπορέσω να παραιτηθώ απ’ το σώμα μου. Κανείς τριγύρω μου. Μάρτυρας μόνος η φωνή μου – κι αυτή πώς να περάσει τη φωτιά και την πέτρα ;
Πρέπει μονάχος να τα βγάλω πέρα. Τι ησυχία ! – σα μόνιμη. Ρητή. Το παγούρι μου θυμίζει πως κιόλας δε διψώ. Δε θα διψάσω πια. Κι όμως το γυλιό μου εκεί στο καρφί κρέμεται ακόμη με την έκφραση του πρώτου άστρου της βραδιάς πάνω απ’ την παραλία της Λεμεσός την ώρα που τα γκαρσόνια καταβρέχουν με λαστιχένιους σωλήνες το πεζοδρόμιο ύστερα από την τρομερή ζέστη μιας μέρας του Ιούλη, την ώρα που βγάζουν τα πρώτα τραπεζάκια στην προκυμαία για τους βραδινούς πελάτες, την ώρα που κι ο πιο μικρός θόρυβος του πιο μικρού ψαριού, εκεί δίπλα, στα ρηχά, φωνάζει :  “αύριο, αύριο, αύριο”.
Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στη μοναξιά, στη λησμονιά, οπουδήποτε, απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ – να κοιτάω τη διαδρομή ενός αργοπορημένου μερμηγκιού που κουβαλάει μες στο ολοπόρφυρο λιόγερμα ένα σπυρί καλαμπόκι πιο μεγάλο απ’ το μπόι του και να νιώθω όλης της γης το κάλεσμα και του καλοκαιριού τη ζέστα με τα πόδια αυτού του μερμηγκιού, κι όλου του κόσμου η ευγνωμοσύνη αμίλητη να στέκει μες στα μάτια μου καθώς θ’ ακούω αιώνια κείνο το ψαράκι να φωνάζει :
“αύριο, αύριο”. Ποιο αύριο σήμερα ;
Τρομερή παγωνιά τούτη η ζέστη. Δεν προφταίνω. Ο αέρας χάνεται. Και πρέπει να εξαντλήσω την προθεσμία μου. Ν’ αφήσω και κάποια διαθήκη. Τι χρειάζεται ;
Θα την κάψει κι αυτήν η φωτιά. Δε θα την κάψει.
Τι δύσκολα, λοιπόν που τελειώνει η ζωή. Και πρέπει να προλάβω να ζήσω αυτή την τελευταία μου δυσκολία, να την κερδίσω, κ’ ίσως να τη δώσω σα μια χαρά στους άλλους. Πως ; Με τι ; ” Μα πρέπει “.
Τι  πρέπει ; Ποιος μιλάει ; Τι λέει ; Γιατί ; ” Μα πρέπει “.
Εδώ ούτε καθήκοντα, ούτε ανάγκες πια. Ποιος προστάζει; Τι ζητούν από μένα ; και ποιοι ; Κ’ οι φτωχοί, κ’ οι αδικημένοι, κ’ η πατρίδα, κι ο κόσμος, κι ο εαυτός μου ; Καθήκοντα κι ανάγκες. Ναι. Καθήκοντα κι ανάγκες.
Ένα κόκκινο φως μέσα κ’ έξω. Το αίμα κι ο αγέρας.
Υπάρχουν. Υπάρχω. Να υπάρξουμε.
Θα υπάρξουμε. Ένα κόκκινο φως η στιγμή μου. Και πρέπει να δέσω τις σκέψεις με τα πράγματα – να υπάρξουν χεροπιαστά. Και δεν έχω καιρό. Και τα πράγματα φύγαν. Δεν τα βλέπω.
Οι άπιαστες σκέψεις απομένουν μόνο και πρέπει αυτές, τουλάχιστο, να τις κρατήσω – νάβρω κάποιο τρόπο να τις δώσω.-
Και τούτο δω το σαλιγκάρι  που ανηφοράει ανέμελο στην πέτρα, αυτό και το εκκλησάκι  του μαζί, – που πάει ; Δεν προσέχει. Να του μιλήσω ; να του εμπιστευτώ ; Είναι κουφό. Σα να μην έχει πάρει  δανεικά από κανέναν, – τραβάει αυτό και το εκκλησάκι του μαζί. – Πρέπει λοιπόν να προφτάσω ολομόναχος, – τι να προφτάσω ;
Δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σκεφτείς η στιγμή του θανάτου, κ’ είναι η μόνη που την έχεις ακέρια, γιατί είναι το τέλος, και δω δε χωράνε διαψεύσεις κι απάτες – ποιος ο λόγος άλλωστε ;

Είμαι 29 μόλις χρονώ και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω. Δεν πρόφτασα ακόμη να σκεφτώ, μια και δεν πρόφτασα να ζήσω. Μες στη μάχη τι να σκεφτείς ;
Δεν πρόφτασα. Μου χρειάζεται, τουλάχιστο, τούτη η ολόκληρη στιγμή μου για να ζήσω ολόκληρος. Θυμάμαι-. Ήταν  άνοιξη τότες. Καθόμασταν άκρη – άκρη στο λιμάνι της Αμμόχωστος,
Και ξέρω τώρα-δεν τόξερα – τότες – ήταν όμορφη η ζωή, ( κ’ είναι, κ’ ίσως πιο όμορφη πάντα – όλο πιο όμορφη γίνεται – τη φτιάχνουμε )
ήταν όμορφα τα στάχυα, τα κίτρα, τ’ αμπέλια, τα σπίτια, οι γυναίκες, τα καΐκια – όμορφα πούπαιζαν οι ανταύγειες του νερού στα πλευρά των καραβιών – όμορφες κ’ οι σκιές των καραβιών μες στο νερό. Σκιές γλάρων περνούσαν πάνω απ’ την προκυμαία, πάνω απ’ τα στρογγυλά τραπεζάκια του υπαίθριου καφενείου με τα φλιτζάνια του καφέ, κ’ έτσι όπως κουβεντιάζαμε, τρεις παλιόφιλοι, δίχως ν’ ανασηκώνουμε καθόλου το κεφάλι νιώθαμε πως οι γλάροι ήταν απάνω μας και πίναμε μαζί με τον καφέ κάτι απ’ τη φευγαλέα σκιά των γλάρων, μια γέψη απλοχωριάς, φιλίας κ’ ελευθερίας.
Ε, ναι, είναι όμορφη η ζωή, κ’ εγώ ήμουν  όμορφος,
( γιατί ήμουν ; Είμαι. )
Κι όλα μπορούμε να τα φτιάξουμε όμορφα χέρι με χέρι.
Συχνά τα καλοκαίρια μες στην κάψα του μεσημεριού – και στο χιόνι – ένιωσα να στεριώνει η ζωή μ’ εμπιστοσύνη τη σημαία της μες στα σκέλια μου,
Κι όταν ακόμα με κύκλωνε ο φόβος μ’ όλους τους κυκλώπειους ίσκιους του
Κι όταν μου τράνταζε τα φυλλοκάρδια η σημαία της πατρίδας που κρατούσα στα χέρια
Καθώς την πλαταγίζαν οι νευρώδεις άνεμοι, κείνη η άλλη σημαία δεν ξεχνιόταν. Ήταν όμορφα. Τώρα δε χωράει κάτι τέτοιο. Διάλεξα τη φωτιά.
Η απόφασή μου πάρθηκε. Είμαι έτοιμος.
Λέτε  νάναι πιο φαρδιά η πύλη του θανάτου ; Εδώ τελειώνω. Δεν  ξέρω πάρα κάτω.
Τ’ άλλα φτιάχτε τα, πείτε τα, εσείς. Κέρδισα ακόμη μια στιγμή μεγάλη σαν ολόκληρο τον πόνο. Δεν ήξερα πως μια στιγμή μπορούσε νάχει τόση διάρκεια.
Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται. Κι όλα έχουνε το βαθύ νόημά τους και προσμένουν να το βρούμε. Κι ο κόσμος θα φτώχαινε
αν έλειπε ένα χαλικάκι, ένα τζιτζίκι, ή κ’ η φωνή του γαλατά μες στο χάραμα. Τόμαθα.
Μήπως αυτό είναι τάχα κείνο που λένε ηρωισμός ;
Και που ωστόσο δεν τόξερε εκείνος που τον έλεγαν ήρωα; Και μήπως τάχα η σκέψη νικάει τη σιωπή, τη φωτιά και το χρόνο κι αυτό το λέμε μοίρα ;
Δεν τόξερα. Τόμαθα. Γεια σας.

Αυτή την πιο όμορφη στιγμή μου σας την αφήνω, αδέρφια. Αυτό είναι το ντουφέκι μου – ολοκαίνουργιο τ’ όπλο του ανθρώπου. Και τούτο το ντουφέκι, που μου καίει τα χέρια, το αγαπάω, αυτό το ντουφέκι το δροσίζω με �– Δεν είναι κακό να με δείτε να κλαίω – είμαι πολύ συγκινημένος απ’ όλα κι απ’ τον εαυτό μου και πιο συγκινημένος απ’ την ανακάλυψη αυτής της συγκίνησης.
Αν  με γνωρίζατε αυτή τη στιγμή θ’ άξιζε  και να με αγαπήσετε, όπως κ’ εγώ σας αγαπάω χωρίς ταπεινοσύνη ή περηφάνεια. Μα ποιος θα σας μεταδώσει τούτη τη στιγμή ; Δεν τη χωράνε τα λόγια, τα χέρια, τα μάτια, ούτε η πράξη, ούτε η σκέψη – είναι μεγάλη σαν εκείνο που λέμε πατρίδα μεγάλη σαν αυτό που λέμε γη μεγάλη σαν όλο τον κόσμο.(Τι αλλιώτικη που είναι η φωνή μου.) Σαν όταν δουλεύεις, με δικιά σου θέληση, στο χωραφάκι του φτωχού και δίψασες το μεσημέρι
Και παρατάς την τσάπα σου γερτή όλο εμπιστοσύνη στον κορμό της μονάκριβης συκιάς
Και σκύβεις στο ρυάκι να πιεις κι αντικρίζεις στο γάργαρο ρυάκι το πρόσωπό σου ωραίο, ξαναμμένο απ’ τη δουλειά, τον αγέρα, τη νιότη, τον ήλιο,
Κι αποθαμάζεις στο νερό τα αστραποβόλα μάτια σου,
και τούτο δε σε σταματάει
μα πίνεις το νερό μαζί με τον εαυτό σου. Ξεδιψάς κι αναγέρνεις κατόπι το κεφάλι στον ουρανό σάμπως να ψάχνεις κάποιον νάβρεις στα ψηλά για να του πεις ευχαριστώ κ’ είναι ο ουρανός κ’ η γη μέσα σου
κι όξω απέραντα κι ολόφωτα κ’ είναι όλος ο κόσμος
δικός σου και μπορείς να τον δώσεις.
Αυτή  η στιγμή είναι  ανεπανάληπτη, γιατί είναι η αιωνιότητα, κ’ η αιωνιότητα υπάρχει και τη δημιουργούμε – δεν επαναλαμβάνεται σαν κάτι που έρχεται και φεύγει και ξανάρχεται. Λοιπόν μην κλαίτε.
Όμως εμένα αφήστε με να κλάψω, γιατί σε λίγο, το μαντεύω, δε θα μπορώ πια να κλάψω μες στην αναγνώριση της ευτυχίας πως μπορώ να πεθάνω.
Συχωρέστε με.
Κι  αλήθεια, ξέχασα να σας  πω το κυριότερo
-που μόλις τώρα τόμαθα-
δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου :
ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του,
ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα που
το ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,
τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και τη φωτιά στον άνθρωπο,
κι ακόμα, ναι, ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρός
Γρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονώ.

Λέω τον αριθμό των χρόνων μου και κλαίω ξέροντας
πως θα τον προσθέσετε στη δόξα του έθνους μας
(ας μου συχωρεθεί κι αυτή μου η τελευταία αδυναμία).
Ακούω αυτόν τον αριθμό στα χείλη σας
και θάθελα να τον φιλήσω πάνω στα χείλη σας.
Ήμουν ίσως μικρός για τη δόξα – ίσως μικρός για  μια τέτοια ευτυχία. Μια πράξη σωστή είναι το πήδημα του  ανθρώπου έξω απ’ τη μοναξιά.
Είναι το σφίξιμο χιλιάδων χεριών κι ο όρκος όλων.
Είμαι έτοιμος.
Δε  δέχομαι, όχι, τη θυσία  για το θάνατο. Τη δέχομαι
Μονάχα για τη ζωή – για μια ζωή που πια δε θα
Απαιτεί καμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.

Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα
μιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της,
τ’ ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της
μ’ ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,
τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,
μέσα σ’ αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός του
είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :
από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.
Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,
Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.
Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια –
Μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μας
Μια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μου
μες απ’ το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μου
θα παραλάβουν απ’ τα χέρια μου φλεγόμενη
τη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ’ όλες τις νύχτες των σκλάβων,
φλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.
Μπορώ να επαναλάβω :
” Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου – το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ’ το χωριό Λύση,
οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη
” Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α “
και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο – μην το ξεχάστε, σύντροφοι –
Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,
γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα
ματωμένα γόνατα της πλάσης.

Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι, κάμποσες σφαίρες και το δίκιο με το μέρος σου
Όταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείς
να τα διαθέσεις μόνος σου
όταν έχεις το θάνατο σου δικό σου. Γεια σας.
Όλο σας αποχαιρετώ κι ακόμα μένω. Ναι, η πιο μεγάλη πράξη της ζωής μας είναι η απόφαση του θανάτου μας,
Όταν υπάρχει κάποια διέξοδος όταν μπορείς και να τον αποφύγεις, και συ τον διαλέγεις σαν τιμή και σα χρέος για τους άλλους,  πιο πέρα απ’ τις ανάγκες σου.
Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή του Νικάει και το θάνατο. Τόμαθα.
( Αλλιώτικα που  ακούγεται η φωνή μου σήμερα. Μην  είναι αυτή που μου ζητάτε ; αυτή που θάθελα ν’  ακούσετε ; Μην είναι μονάχα αυτή η σωστή φωνή μου  ;
ή η φωνή σας ; η φωνή όλων μας ; )
Τα  πάντα είναι ανύπαρχτα  πριν τα σκεφτείς και πριν τα πράξεις. Όχι  μονάχα να τα σκεφτείς, ή μονάχα να τα πράξεις, μα να τα πράξεις  και να τα σκεφτείς μαζί.
Και σεις, αδέρφια μου, πολύ με βοηθήσατε.
( Κανένας δεν υπάρχει μόνος χωρίς τη βοήθεια του άλλου. )
Εσύ που θα κλάψεις  για το θάνατό μου με βοήθησες να πεθάνω με το κεφάλι ψηλά εσύ  που θα πάρεις το ντουφέκι μου να εκδικηθείς το θάνατό μου
Με βοήθησες να πεθάνω ευτυχισμένος για σένα και για μένα. Με βοήθησαν κι αυτοί που πέσανε πριν από μένα.
Όπως και γω θα σας βοηθήσω.
Τούτη η ώρα δεν είναι  για καυχησιές και ηρωισμούς,
όταν βρίσκεσαι κατάφατσα με το θάνατο,
και σας το λέω απλά, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου μιαν ανοιξιάτικη μέρα για ν’ αποφύγω μια σύγκρουση μ΄ ένα κάρο που το οδηγάει ένας ατζαμής χωριάτης ή για να μη χτυπήσω ένα παιδί που παίζει ανύποπτο στη λιακάδα ή ακόμα, ναι,
( και τούτη η τρυφερότητα δεν είναι αταίριαστη
σ’ έναν άντρα που πρόκειται να πεθάνει )
για να μη λιώσω ένα αγριολούλουδο που πήγε το μπαστάρδικο και φύτρωσε καταμεσίς στη δημοσιά
αθώο-αθώο και γαλανό σαν το μισόκλειστο ματάκι της πλάσης – ναι, τόσο απλά μπορώ να σας το πω, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου :
” Τ’ αληθινό μπόι του ανθρώπου μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς “. Τίποτ’ άλλο. Γεια σας.
Αν  λυπάμαι για κάτι είναι που πια δε θα μπορέσω να κάνω τίποτα για σας ( όχι σα φήμη ή σαν ιδέα ή σα θρύλος, μα με τούτα τα ίδια μου τα χέρια ),
Έτσι να πούμε, να, να ρίξω και γω μια ντουφεκιά στον αέρα στη γιορτή της απελευθέρωσης
ή να φορτώσω σ’ ένα μεγάλο φορτηγό εκατό τσουβάλια ψωμί, διακόσια τσουβάλια πατάτες,
να σηκώσω κείνης της γριούλας τη ζαλιά τα ξύλα μες στο δάσος να σηκώσω το άλογο του γέρου αγωγιάτη πούπεσε μες στη λάσπη κάποιο βροχερό πρωινό
να δώσω μια κλωτσιά και γω στη μπάλα που παίζουν τα πατριωτάκια το δείλι στο γήπεδο ή να δώσω μια σβερκιά στο φίλο ένα βραδάκι που θα λέει ένα άνοστο αστείο
ή να μοιράσω, μια μέρα που η δουλειά πήγε καλά, μια χαρτοσακούλα καραμέλες στα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου ή ν’ ακουμπήσω αυτά τα δυνατά μου χέρια, που σήμερα τα αγάπησα, σ’ ένα τραπεζάκι της Αμμόχωστος και, δίχως να κοιτάω τα εργατικά μου χέρια, να τα νιώθω πως ξεκουράζονται πάνω στα πέτρινα γόνατα
του φιλικού μας κόσμου.

Σήμερα νιώθω μια τρυφερότητα για τον εαυτό μου ξέροντας πως θα μ’ αγαπήσετε
Σήμερα αγαπάω κ’ εχτιμάω τον εαυτό μου
σήμερα χαμογελάω στον εαυτό μου κοιτάζοντας τον με τ’ αδερφικά σας μάτια.
Μια στιγμή άφησα τ’ όπλο μου να κρυώσει  μια στάλα στην πέτρα, άνοιξα το γυλιό μου κ’ έβγαλα το καθρεφτάκι της τσέπης, – ναι, είμαι όμορφος, – όταν μ’ αγαπάτε – τι θα μπορούσα να κάνω για σας, – όταν μ’ αγαπάτε -τι θα μπορούσα , μόνο τώρα το καταλαβαίνω- ( κ’ ίσως είναι αργά, μόνο με το θάνατό μου έχω να σας χαρίσω πια. ) λ.χ. θα μπορούσα να τινάξω ένα τανκ με μια γροθιά, να πελεκήσω ένα άγαλμα σ’ ‘ένα βουνό, μονομερίς – όταν μ’ αγαπάτε – ή να χτίσω σε μια ώρα ένα πανύψηλο σκολειό. Δεν αστειεύουμαι. Δεν είναι ώρα, αδέρφια μου, για αστεία. Θάθελα νάμαι ωραίος μέσα κι όξω για ν’ αξίζω την αγάπη σας, ναι, ( κι ας το πω κι αυτό : ) για να με σκέφτουνται σαν άντρα τους όλα τα ωραία κορίτσια, για να με σκέφτουνται σα φίλο τους όλοι οι ελληνικοί μας έφηβοι και τα παιδιά του κόσμου.
Δεν προφταίνω.
Να  πρόφταινα, τουλάχιστο, να ξυριστώ, να ψαλιδίσω λιγάκι το μουστάκι μου. Μα ίσως και να πηγαίνει λίγο γένι στη νεανική μορφή μου. ( Βλέπετε πόσο παιδί με κάνει η αγάπη σας ; Μου ξαναδίνει τη δικιά μου φωνή. )
Για σκέψου, αδερφέ μου, μεθαύριο να διαλέγουν πάνω στα χνάρια μας τα κορίτσια τον άντρα τους τα παιδιά τους φίλους τους οι άντρες τις πράξεις τους, να ξέρεις πως και συ πορεύεσαι μαζί τους στ’ αψηλά, σ’ ένα ψηλό – ψηλό βουνό, όλο κορδέλες άσφαλτο, για ν’ αγναντέψεις ακέρια την πλάση,
τις πολιτείες γιομάτες καμινάδες κι αστεροσκοπεία και παράθυρα, τους κάμπους και τα δάσα, τα λιμάνια γιομάτα κατάρτια, τα ειρηνικά αεροπλάνα, τους λεβέντες αϊτούς και τους παιδιάστικους χαρταιτούς με κείνες τις αστείες πολύχρωμες ουρές τους – σ’ ένα ψηλό- ψηλό βουνό, με μια αυτοκινητάρα τελευταία μάρκα που ίσως θάχει τ’ όνομά μας -. Και μόλις τώρα το σκέφτηκα, πως τάχατες η  ζωή δεν πάει μπροστά με σκοτεινές εξομολόγησες και μικρές ειλικρίνειες ( η εξομολόγηση – τόχω ακουστά, και τώρα το θυμήθηκα – σώζει, λέει, εκείνον που ξομολογιέται. Μα τον άλλον ; Κι ο άλλος τι σου χρωστάει να σηκώνει στη ράχη του σαν τσουβάλια άχρηστες πέτρες τα λόγια σου δίχως καν να μπορεί να τις χτίσει ; ) Το λοιπόν , η ζωή τραβάει μπροστά με πράξεις και θυσίες – μ’ αυτό που λένε ” γενική ηθική ” κι ούτε που ξέρω πως τα λένε αυτά, κι ωστόσο τάπα.
Εγώ το μόνο πούμαθα είναι : σα χουφτώνεις τη γωνιά του τραπεζιού είναι η γωνιά του τραπεζιού μ’ όλη της τη στερεότητα κι όταν χουφτώνεις ένα στήθος ξέρεις πώς και τα πιο στέρεα χέρια τρέμουν και τότες θέλεις να σπείρεις χιλιάδες παιδιά για να χαρούν τον κόσμο μας που εσύ δεν πρόφτασες να τον χαρείς κ’ ίσως, δε λέω, ίσως και να το ξέρεις – κάπου αλλού, βαθιά σου να το νιώθεις – πώς τούτο το στήθος “γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας και λευτεριάς”. Και, βέβαια, που πρέπει να το ξέρεις. Γεια σας.
Άντε, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;- Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες τη ζωή σου ; Σου αφήνω την περφάνεια σου. Δε θα σεϊδεί ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: “Είμαι πέρφανη για το γιο μου, – κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου”. Έτσι. Γεια σου, μάνα.
Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ’ το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.
Εσείς μου το δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.
Εσείς, κ’ η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ’ απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,
Γιατί ήμουνα φίλος καλός κ’ ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα.
Τώρα  λοιπόν, βαθιά και  σίγουρα, μπορώ να σας το πω, σα να οδηγάω, και πάλι, το αμαξάκι  μου σ’ ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο της Κύπρου ίσα και παστρικά, ένα ολογάλανο  κ’ ήμερο πρωινό, – μπορώ να το πω :
” Η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα “.
Εν τάξει αδέρφια. Εδώ δεν είναι ακατόρθωτη η αδερφοσύνη για μας και για όλους. Εδώ οι διαφορές βουλιάζουνε σ’ ένα χαμόγελο, – κ’ είναι έτσι όπως ακούς, κείνες τις νύχτες του καλοκαιριού, – γαλάζιες, αργυρές και ρόδινες – σ’ ένα μονάχα φέγγος ευτυχίας όλα τα ξέχωρα σπιτίσια μουρμουρίσματα και των μικρών και των μεγάλων άστρων και τρέμει η ρίζα της καρδιάς και τρέμει ο κόσμος τόσο που θέλεις να σκουντήσεις τον αγκώνα κάποιου φίλου για ν’ ακούσεις μαζί του, ή τον αγκώνα έστω μιας πέτρας για ν’ ακούσει και κείνη, να μοιράσεις τη χαρά σου.
Με  τούτη την αγάπη, λέω, που μια μέρα, οι ξύλινοι σταυροί  θα μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα – ναι, κι ο δικός μου ο σταυρός, ο καμένος, ο πέτρινος, με τούτη, λέω, την αγάπη μια μέρα θα λυγίσουμε κείνους που φέρνουν τ’ άδικο και σπέρνουνε το μίσος.
Τούτη είναι η εντολή μου – μ’ όλο που αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσος
σα να μην τόμαθα ποτές ή να το ξέχασα. Γεια σας.
Όλο ετοιμάζουμαι να φύγω. Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σαν κάτι νάχω να προστέσω ακόμα στον κόσμο. Σα νάχω να προσφέρω λίγη ακόμα ευτυχία σε σας απ’ το μεδούλι μου.
Θυμάμαι – καλοκαιριάτικο  σούρουπο ήταν – σταμάτησα τ’ αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα. Μια μαυροφορεμένη γριά με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό. ” Φχαριστώ γιαγιά “, της είπα. ” Καλή λευτεριά, γιε μου “, αποκρίθηκε.” Καλή λευτεριά, γιαγιά ” της ξανάπα – κ’ ένιωσα πως της την χρωστάω.
Μούβγαλε  το κασκέτο και  μου σφούγγισε με το χέρι της το κούτελό μου ( Ξέρετε, κ’ οι γριές μπορούνε να χαμογελάνε. ) Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ’ όλους. Μια λευτεριά μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα ( αν υπάρχει ). Τίποτα δεν είναι μήτε για τον ίδιον. ” Άντε γεια σου γιαγιά. Καλή λευτεριά, το λοιπόν ” – κι’ έτριψα λίγο τα μάτια μου – έπεφτε κιόλας γαλανό το θάμπος της βραδιάς, δεν καλόβλεπα.
Κι  όπως τράβηξα πάλι με χαμηλωμένα τα δυο  φώτα μου ( γιατί έφεγγε ακόμα ) ένιωθα ν’ ανεβαίνω με τα’ αμάξι μου, μαζί και ο μέγας κάμπος της Μεσαορίας βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος απ’ το αργό φεγγαρόφωτο, ένιωθα ν’ ανεβαίνω ίσα στον ουρανό κ’ ένιωθα το φεγγάρι που με χτύπησε κατάστηθα ολόδροσο, σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο το φεγγάρι κρεμασμένο μ’ ένα σπάγκο απ’ το λαιμό μου, να με δροσίζει τη καρδιά και λίγο – λίγο να ζεσταίνεται και ν’ αχνίζει στον κόρφο μου. Κι έλεγα : δε φτάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς στην τσέπη, μήτε το ψωμί και το φιλί – ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ’ την καθημερνή την έγνοια του.
Κ’ έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει την έγνοια του για το ψωμί κι όλο τραβάει πιο πέρα απ’ τη σκλαβιά του από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, απ’ το ξεσκλάβωμα της πατρίδας στο ξεσκλάβωμα του κόσμου ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό, ν’ αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του, ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι άφησα σ’ ένα χαντάκι τ’ αμάξι μου.
Πήρα τ’ όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό. Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της βλέπει ολόισα τον ήλιο. Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιος που θα τον νιώσω πάλι δροσερό, καθώς θα με περνάνε, ( όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι ) – θα τον νιώσω δροσερό κωνσταντινάτο να μου δροσίζει το καμένο στήθος, κ’ έτσι λίγο – λίγο να ζεσταίνεται ο ήλιος και ν’ αχνίζει στον κόρφο μας.
Γεια σας.
(Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς. Όλα τα ανθρώπινα μέτωπα ψηλά. Όλες οι καρδιές μεσίστιες. Στο χωριό Λύση, ανάμεσα Λευκωσία κι Αμμόχωστος, η μάνα του έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτου απ’ το δυνατό σαγόνι της κ’ είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της : ” Είμαι πέρφανη. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου “. Ο πατέρας του πάλι, σαν πήγε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας, αναγνώρισε το καμένο παιδί του απ΄ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του κι από κείνο το χρυσό κωνσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του και στον κόρφο του κόσμου.)

Α Θ Η Ν Α .  5 ΕΩΣ 2 5 Μ Α Ρ Τ Ι Ο Υ 1 9 5 7
Γ Ι Α Ν Ν Η Σ  Ρ Ι Τ Σ Ο Σ

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ:

Στις 5 Μαρτίου 1957, μέρα Τρίτη, όλες οι πρωινές αθηναϊκές  εφημερίδες έγραψαν :

ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 4. ( Ιδ. Υπ. ) – Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, φερόμενος  ως υπαρχηγός της ΕΟΚΑ και υπασπιστής του αρχηγού της Διγενή, εφονεύθη προχθές, αφού επολέμησε ηρωικώς επί δέκα ολόκληρες ώρες, μόνος αυτός εναντίον ισχυρών βρετανικών δυνάμεων , στην περιοχή του όρους Τρόοδος σε μια σπηλιά πλησίον της Μονής Μαχαιρά. Η μάχη διεξήχθη υπό τις ακόλουθες συνθήκες.
Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν την πληροφορία ότι στη Μονή Μαχαιρά εκρύπτετο ο καταζητούμενος αυτός πατριώτης , ο οποίος είχε επικηρυχθεί αντί 5.000 λιρών στερλινών. Τις απογευματινές ώρες του Σαββάτου απόσπασμα του βρετανικού στρατού από 60 άνδρες εκινήθη προς την Μονή, την οποία και εκύκλωσε για να συλλάβει τον καταδιωκόμενο αγωνιστή. Οι Βρετανοί στρατιώται ανεστάτωσαν κυριολεκτικώς την Μονή και έθεσαν υπό κράτησιν όλους τους μοναχούς, περιλαμβανομένου και του Ηγουμένου, τους οποίους και εκακοποίησαν για να τους αποσπάσουν πληροφορίες περί του ακριβούς σημείου όπου εκρύπτετο ο Αυξεντίου.
Κανείς όμως μοναχός δεν είπε τίποτα. Κατά την διάρκεια της ερεύνης στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι, οι Βρετανοί στρατιώται ανεκάλυψαν μια σπηλιά κρυμμένη μέσα σε θάμνους.
Λέγεται ότι κάποιος βοσκός τους έδωσε την πληροφορία ότι μέσα στην σπηλιά ήταν κρυμμένος ο Αυξεντίου. Αμέσως οι βρετανικές δυνάμεις εκύκλωσαν την σπηλιά και εκάλεσαν τον Αυξεντίου να παραδοθεί.
Ο επί κεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος ανθυπολοχαγός Μίντλεντον πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και εφώναξε : ” Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε “. Κάποιος απήντησε : ” Καλά παραδιδόμαστε “. Τέσσερες άνδρες βγήκαν έξω, δυο από αυτούς επικηρυγμένοι με 5.000 λίρες, όπως και ο Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ο ανθυπολοχαγός Μίντλεντον τον εκάλεσε και πάλιν να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντησιν ” Μολών λαβέ “.
Αμέσως, τέσερες άνδρες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο ηρωικός μαχητής της κυπριακής ελευθερίας τους υπεδέχθη με καταιγισμόν πυρός. Oι τρεις από τους τέσερες Βρετανούς, οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι θα εισέπραττον την επικήρυξιν του Αυξεντίου βγήκαν αμέσως έντρομοι, ενώ ο τέταρτος, τραυματισμένος στο στήθος κατέπεσε στο έδαφος, για να υποκύψει λίγες ώρες αργότερα στα τραύματά του. Ο επί κεφαλής των βρετανικών δυνάμεων ανθυπολοχαγός Μίντλεντον εζήτησε αμέσως ενισχύσεις, οι οποίες και κατέφθασαν με τα ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθη έτσι επί 10 ολόκληρες ώρες, κατά την διάρκειά της δε οι Βρετανοί εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων δακρυγόνες βόμβες.
Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού προηγουμένως έκαναν χρήσιν όλων των ειδών των όπλων, οι Βρετανοί στρατιώται έρριψαν μέσα στην σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του ηρωικού πατριώτη.
Η μάχη ετελείωσε στις 2 η ώρα την νύκτα.
Το πτώμα του Αυξεντίου ανευρέθη απηνθρακωμένο.
Ο Αυξεντίου ήταν ηλικίας 29 ετών, το επάγγελμά του δε ήταν σοφέρ ταξί.
Στον κατάλογο των καταζητουμένων από τους Άγγλους, ήταν εγγεγραμμένος δεύτερος μετά τον στρατηγό Γρίβα.

( Ακριβές αντίγραφο  απ’ τις εφημερίδες της 5ης Μαρτίου  1957 )