Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Βυζαντινός Άρχων, Εξόριστος, Στιχουργών






Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν.

Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε

επιμελέστατος. Και θα επιμείνω,

ότι κανείς καλλίτερά μου δεν γνωρίζει

Πατέρας ή Γραφάς, ή τους Κανόνας των Συνόδων.

Εις κάθε αμφιβολίαν του ο Βοτανειάτης,

εις κάθε δυσκολίαν στα εκκλησιαστικά, 

εμένα συμβουλεύονταν, εμένα πρώτον.

Αλλά εξόριστος εδώ (να όψεται η κακεντρεχής


Ειρήνη Δούκαινα), και δεινώς ανιών,

ουδόλως άτοπον είναι να διασκεδάζω

εξάστιχα κι οκτάστιχα ποιών - 

να διασκεδάζω με μυθολογήματα

Ερμού, και Απόλλωνος, και Διονύσου,

ή ηρώων της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου·

και να συνθέτω ιάμβους ορθοτάτους,

όπως - θα μ' επιτρέψετε να πω - οι λόγιοι

της Κωνσταντινουπόλεως δεν ξέρουν να συνθέσουν.

Αυτή η ορθότης, πιθανόν, είν' η αιτία της μομφής.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

“ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ” ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ο Αυξεντίου.
Σχέδιο Δημήτρη Σκουρτέλη.


“...Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στη μοναξιά, στη λησμονιά, οπουδήποτε, απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ…”

Οι  τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου, όπως τις οραματίστηκε ο Ρίτσος.
Ο Κύπριος αγωνιστής κάηκε ζωντανός από τους Βρετανούς στρατιώτες μετά από πολύωρη μάχη.

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ:
“ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ”

(Ο Γρηγόρης Αυξεντίου  αποκλεισμένος στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά)




Τέλειωσαν πια τα ψέματα – δικά μας και ξένα Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορείς πια να ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.
Κι  όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω, να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ – ( για ποιόν; Για μένα; για τους άλλους; ) Πρέπει.
Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατό μου μια ύστατη γνώση, η γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.
Οι  άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία – σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί  ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν’ ακουστεί μια πελώρια κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ’ τη σιωπή που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα.
Μαρμαρωμένη ησυχία, – μ’ όλο που  ακούγονται οι ντουφεκιές κ’ οι φωνές – πόσο ξένα, δεν ακούγονται, χαράζονται στεγνά σα σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν πέσουν και μένουν σ’ έναν ξένο χώρο, σταματημένα κ’ αιχμηρά.
Τι ησυχία, – Μ’ όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια για πίσω. – Πίσω  και πλάι και πάνω, το φράγμα της πέτρας, μπροστά ένας μικρός ή ο ατελείωτος θάνατος, στη μέση ( στη μέση ; ) εγώ. – Τι είναι ένας άνθρωπος κλεισμένος στη φωτιά και στην πέτρα, που η μόνη του διέξοδος : Ένας τμηματικός θάνατος ; Πρέπει να τον γνωρίσω.
Δεν προφταίνω.
Ίσως και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσα ν’ αντέξω την καταφρόνια ή την συγγνώμη ή την λησμονιά των άλλων. Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί ; κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας ; Θα μπορούσα να βολευτώ στον ίσκιο μιας γωνιάς με σταυρωμένα τα χέρια γύρω στα σταυρωμένα γόνατα σα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίχτυα της ;
Ίσως  μπορούσε, κ’ έτσι ακόμη, νάταν όμορφα – Μια πεταλούδα παραπλανημένη ίσως θαρχόταν κάποτε να καθίσει στα κάγκελα του παραθύρου παίζοντας αόριστα, όχι για μένα, (μα ίσως και για μένα), τη δίδυμη, λεπτή σημαιούλα της, μια γραμμή φως ίσως περνούσε απ’ τη χαραματιά της πόρτας σαν το μικρό δαχτυλάκι μιας φίλης που τραβάει επιτιμητικά μια γραμμή στη σκόνη του τραπεζιού σου με τα τεφτέρια σου.
Η φωνή ενός παιδιού – δε μπορεί – θ’ ακουγόταν στα χωράφια ένα απόγευμα κ’ η ματιά μιας γυναίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας – η ματιά της, χαμένη στο βράδυ, θα σ’ άγγιζε, η ματιά μιας γυναίκας που δε σ’ είδε και την είδες.
Ίσως  και νάταν καλά. Ένας γλόμπος που  θ’ άναβε νωρίς μπροστά στην καγκελόπορτα της φυλακής σου μες στο ρόδινο ανοιξιάτικο δείλι, θάταν ίσως τούτος ο γλόμπος η απαλή καμπύλη ολόκληρης ακρογιαλιάς, θα μαζεύονταν πάνω του τα έντομα σαν τα μικρά καΐκια σ’ ένα λιμανάκι του νησιού μας.
Παντού  μπορείς να ταξιδέψεις κι ασάλευτος.
Μονάχα η τελευταία ακινησία : αταξίδευτη. Δε μπόρεσα να φύγω.
Δε χωρούσα. Ήταν η έξοδος στενή. Μούλειψε και το θάρρος μήπως και δε μπορέσω να πεθάνω. Συχωράτε με.
Ίσως οι τέσσερις συντρόφοι μου νάταν πιο δυνατοί από μένα – δηλαδή πιο ειλικρινείς. Εγώ ήμουν αδύναμος : Ντράπηκα.
Εσείς πηγαίνετε. ( Φύγανε.) Δε σας κρατώ. ( Φύγανε κιόλας. ) Στο καλό.
Η φωτιά πλησιάζει. Συχωράτε με, φίλοι που δεν μπόρεσα να σας ακολουθήσω, που σας άφησα μόνους σε τούτη την έξοδο. Είναι η πρώτη φορά. Δε μπορούσα. Συγχωρέστε με.
Κι  όμως, το νιώθω ακόμη, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στην ερημιά σαν κουρασμένος  πεισματάρης βράχος, ξεχασμένος, ή ν’ αδικιέμαι, ν’ αδικώ, να βλέπω ν’ αδικούνται οι φίλοι μου και να σωπαίνω, ή σα δαρμένος, μαδημένος σκύλος που κοιτάει καχύποπτα τη σκιά ενός σπουργιτιού και τη σκιά του,
Ή (το μελέτησα κι αυτό) ασκητεύοντας, να λειάνω με τις ρώγες των δαχτύλων μου (μαλακωμένες πια απ’ την αχρηστία) να λειάνω μια πέτρα κι ώρες ν’ αποξεχνιέμαι κοιτάζοντας τις ασάλευτες φλέβες της, κι έτσι σκυφτός να κλαίω αμίλητα απ’ την ευτυχία να υπάρχω.
Δε μπόρεσα.
Αν  έβγαινα παραδίνοντας τα κλειδιά μου, μπουσουλώντας  με χέρια και με πόδια (κάθε έξοδος είναι στενή, συντρόφια μου), αν κινούσα να παραδώσω σα σκισμένη σημαία την ψυχή μου – Ποια ψυχή μου ;
Δεν πρόφτασα όλη να τη δοκιμάσω, να τη γνωρίσω ολόκληρη. Μου χρειάζεται τούτη η στιγμή, να μάθω που και τι θα παραδώσω ή δε θα παραδώσω. Ξέρω πως θα μπορούσε νάμαι στη θέση σας, αδέρφια μου που φύγατε, γιατί ξέρω, όπως κι εσείς, τι θα πει πόνος και φόβος,
μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ’ τον πόνο μου κι απ’ το φόβο σας, όχι μονάχα το φόβο του κορμιού μου, μα και τον φόβο της ψυχής μου, που δεν την ξέρω – ο ίσκιος της κάθε κίνησής μου μεγάλωνε απέραντα πάνω σ’ έναν τρομαχτικά κάτασπρο τοίχο, και κάθε σφυγμό μου τον άκουγα να πέφτει μες στο πάντοτε γράφοντας στέρεους κ’ υδάτινους κύκλους ατελείωτους. Έτσι με τούτο το φόβο της ψυχής μου γλύτωσα απ’ το φόβο του κορμιού μου. Ωστόσο ξέρω όλο το φόβο, και μπορείτε να με πιστέψετε, γιατί κανένας μας δεν είναι που να θέλει να πονάμε ή να φοβόμαστε.
Εδώ τουλάχιστο, μπορείτε να με πιστέψετε.
Εδώ δεν είναι δύσκολο ν’ αγαπηθούμε. Όλα είναι τόσο δύσκολα, κ’ ίσως για τούτο και ν’ αξίζουν. Όμως δε θα μπορούσα να περπατήσω με κομμένα τα γόνατα της ψυχής μου. Με του κορμιού μου, τα πόδια και τα χέρια κομμένα, θα το μπορούσα. Συχωράτε με. Γεια σας.

Έφυγαν. Ησυχία. Τι μοναξιά πυκνοκατοικημένη. Τα πάντα πυκνά και διαλυμένα. Το απέραντο δίχως βάρος μάρτυρες. Σε ποιόν να μιλήσω και γιατί ; Αν είχαν τουλάχιστο μείνει. – Δεν πρέπει να βουλιάξω μέσα μου. Ας κρατηθώ  έστω απ’ τη φωνή μου, απ’ τον ήχο του δικού μου ντουφεκιού, να μείνει το κεφάλι μου έξω ή μοναχά το μέτωπό μου και τα μάτια μου. Θέλω να βλέπω.
Θέλω  να φανταστώ τα δέντρα, τα παράθυρα, τα πράγματα, να νιώσω τη σπιτίσια ζεστασιά τους, ν’ αντιμετωπίσω αυτή τη μεγάλη παγωνιά  της φωτιάς που πλησιάζει. Μια καρέκλα ακουμπισμένη στη γωνιά μιας κάμαρας μπορεί και νάναι, λέω, σαν εσωτερικό καμπαναριού, όπου ο ήχος της καμπάνας στρογγυλός κατεβαίνει γεμίζοντας με κυριακάτικη ησυχία το σπίτι. Δε μπορώ να συνεχίσω.
Μοιάζει ανέφικτη η νίκη δίχως  μάρτυρες που να τη διαλαλήσουν.
Θέλω  να φανταστώ το πτώμα  μου τριγυρισμένο από κλαμένους  φίλους και μεσίστιες σημαίες για να μπορέσω να παραιτηθώ απ’ το σώμα μου. Κανείς τριγύρω μου. Μάρτυρας μόνος η φωνή μου – κι αυτή πώς να περάσει τη φωτιά και την πέτρα ;
Πρέπει μονάχος να τα βγάλω πέρα. Τι ησυχία ! – σα μόνιμη. Ρητή. Το παγούρι μου θυμίζει πως κιόλας δε διψώ. Δε θα διψάσω πια. Κι όμως το γυλιό μου εκεί στο καρφί κρέμεται ακόμη με την έκφραση του πρώτου άστρου της βραδιάς πάνω απ’ την παραλία της Λεμεσός την ώρα που τα γκαρσόνια καταβρέχουν με λαστιχένιους σωλήνες το πεζοδρόμιο ύστερα από την τρομερή ζέστη μιας μέρας του Ιούλη, την ώρα που βγάζουν τα πρώτα τραπεζάκια στην προκυμαία για τους βραδινούς πελάτες, την ώρα που κι ο πιο μικρός θόρυβος του πιο μικρού ψαριού, εκεί δίπλα, στα ρηχά, φωνάζει :  “αύριο, αύριο, αύριο”.
Ναι, θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε, στη μοναξιά, στη λησμονιά, οπουδήποτε, απόστρατος κι ανεύθυνος, δίχως φθόνο, να χαίρουμαι τα κατορθώματα των άλλων, ένδοξες πράξεις, που δεν έκανα εγώ – να κοιτάω τη διαδρομή ενός αργοπορημένου μερμηγκιού που κουβαλάει μες στο ολοπόρφυρο λιόγερμα ένα σπυρί καλαμπόκι πιο μεγάλο απ’ το μπόι του και να νιώθω όλης της γης το κάλεσμα και του καλοκαιριού τη ζέστα με τα πόδια αυτού του μερμηγκιού, κι όλου του κόσμου η ευγνωμοσύνη αμίλητη να στέκει μες στα μάτια μου καθώς θ’ ακούω αιώνια κείνο το ψαράκι να φωνάζει :
“αύριο, αύριο”. Ποιο αύριο σήμερα ;
Τρομερή παγωνιά τούτη η ζέστη. Δεν προφταίνω. Ο αέρας χάνεται. Και πρέπει να εξαντλήσω την προθεσμία μου. Ν’ αφήσω και κάποια διαθήκη. Τι χρειάζεται ;
Θα την κάψει κι αυτήν η φωτιά. Δε θα την κάψει.
Τι δύσκολα, λοιπόν που τελειώνει η ζωή. Και πρέπει να προλάβω να ζήσω αυτή την τελευταία μου δυσκολία, να την κερδίσω, κ’ ίσως να τη δώσω σα μια χαρά στους άλλους. Πως ; Με τι ; ” Μα πρέπει “.
Τι  πρέπει ; Ποιος μιλάει ; Τι λέει ; Γιατί ; ” Μα πρέπει “.
Εδώ ούτε καθήκοντα, ούτε ανάγκες πια. Ποιος προστάζει; Τι ζητούν από μένα ; και ποιοι ; Κ’ οι φτωχοί, κ’ οι αδικημένοι, κ’ η πατρίδα, κι ο κόσμος, κι ο εαυτός μου ; Καθήκοντα κι ανάγκες. Ναι. Καθήκοντα κι ανάγκες.
Ένα κόκκινο φως μέσα κ’ έξω. Το αίμα κι ο αγέρας.
Υπάρχουν. Υπάρχω. Να υπάρξουμε.
Θα υπάρξουμε. Ένα κόκκινο φως η στιγμή μου. Και πρέπει να δέσω τις σκέψεις με τα πράγματα – να υπάρξουν χεροπιαστά. Και δεν έχω καιρό. Και τα πράγματα φύγαν. Δεν τα βλέπω.
Οι άπιαστες σκέψεις απομένουν μόνο και πρέπει αυτές, τουλάχιστο, να τις κρατήσω – νάβρω κάποιο τρόπο να τις δώσω.-
Και τούτο δω το σαλιγκάρι  που ανηφοράει ανέμελο στην πέτρα, αυτό και το εκκλησάκι  του μαζί, – που πάει ; Δεν προσέχει. Να του μιλήσω ; να του εμπιστευτώ ; Είναι κουφό. Σα να μην έχει πάρει  δανεικά από κανέναν, – τραβάει αυτό και το εκκλησάκι του μαζί. – Πρέπει λοιπόν να προφτάσω ολομόναχος, – τι να προφτάσω ;
Δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σκεφτείς η στιγμή του θανάτου, κ’ είναι η μόνη που την έχεις ακέρια, γιατί είναι το τέλος, και δω δε χωράνε διαψεύσεις κι απάτες – ποιος ο λόγος άλλωστε ;

Είμαι 29 μόλις χρονώ και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω. Δεν πρόφτασα ακόμη να σκεφτώ, μια και δεν πρόφτασα να ζήσω. Μες στη μάχη τι να σκεφτείς ;
Δεν πρόφτασα. Μου χρειάζεται, τουλάχιστο, τούτη η ολόκληρη στιγμή μου για να ζήσω ολόκληρος. Θυμάμαι-. Ήταν  άνοιξη τότες. Καθόμασταν άκρη – άκρη στο λιμάνι της Αμμόχωστος,
Και ξέρω τώρα-δεν τόξερα – τότες – ήταν όμορφη η ζωή, ( κ’ είναι, κ’ ίσως πιο όμορφη πάντα – όλο πιο όμορφη γίνεται – τη φτιάχνουμε )
ήταν όμορφα τα στάχυα, τα κίτρα, τ’ αμπέλια, τα σπίτια, οι γυναίκες, τα καΐκια – όμορφα πούπαιζαν οι ανταύγειες του νερού στα πλευρά των καραβιών – όμορφες κ’ οι σκιές των καραβιών μες στο νερό. Σκιές γλάρων περνούσαν πάνω απ’ την προκυμαία, πάνω απ’ τα στρογγυλά τραπεζάκια του υπαίθριου καφενείου με τα φλιτζάνια του καφέ, κ’ έτσι όπως κουβεντιάζαμε, τρεις παλιόφιλοι, δίχως ν’ ανασηκώνουμε καθόλου το κεφάλι νιώθαμε πως οι γλάροι ήταν απάνω μας και πίναμε μαζί με τον καφέ κάτι απ’ τη φευγαλέα σκιά των γλάρων, μια γέψη απλοχωριάς, φιλίας κ’ ελευθερίας.
Ε, ναι, είναι όμορφη η ζωή, κ’ εγώ ήμουν  όμορφος,
( γιατί ήμουν ; Είμαι. )
Κι όλα μπορούμε να τα φτιάξουμε όμορφα χέρι με χέρι.
Συχνά τα καλοκαίρια μες στην κάψα του μεσημεριού – και στο χιόνι – ένιωσα να στεριώνει η ζωή μ’ εμπιστοσύνη τη σημαία της μες στα σκέλια μου,
Κι όταν ακόμα με κύκλωνε ο φόβος μ’ όλους τους κυκλώπειους ίσκιους του
Κι όταν μου τράνταζε τα φυλλοκάρδια η σημαία της πατρίδας που κρατούσα στα χέρια
Καθώς την πλαταγίζαν οι νευρώδεις άνεμοι, κείνη η άλλη σημαία δεν ξεχνιόταν. Ήταν όμορφα. Τώρα δε χωράει κάτι τέτοιο. Διάλεξα τη φωτιά.
Η απόφασή μου πάρθηκε. Είμαι έτοιμος.
Λέτε  νάναι πιο φαρδιά η πύλη του θανάτου ; Εδώ τελειώνω. Δεν  ξέρω πάρα κάτω.
Τ’ άλλα φτιάχτε τα, πείτε τα, εσείς. Κέρδισα ακόμη μια στιγμή μεγάλη σαν ολόκληρο τον πόνο. Δεν ήξερα πως μια στιγμή μπορούσε νάχει τόση διάρκεια.
Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται. Κι όλα έχουνε το βαθύ νόημά τους και προσμένουν να το βρούμε. Κι ο κόσμος θα φτώχαινε
αν έλειπε ένα χαλικάκι, ένα τζιτζίκι, ή κ’ η φωνή του γαλατά μες στο χάραμα. Τόμαθα.
Μήπως αυτό είναι τάχα κείνο που λένε ηρωισμός ;
Και που ωστόσο δεν τόξερε εκείνος που τον έλεγαν ήρωα; Και μήπως τάχα η σκέψη νικάει τη σιωπή, τη φωτιά και το χρόνο κι αυτό το λέμε μοίρα ;
Δεν τόξερα. Τόμαθα. Γεια σας.

Αυτή την πιο όμορφη στιγμή μου σας την αφήνω, αδέρφια. Αυτό είναι το ντουφέκι μου – ολοκαίνουργιο τ’ όπλο του ανθρώπου. Και τούτο το ντουφέκι, που μου καίει τα χέρια, το αγαπάω, αυτό το ντουφέκι το δροσίζω με �– Δεν είναι κακό να με δείτε να κλαίω – είμαι πολύ συγκινημένος απ’ όλα κι απ’ τον εαυτό μου και πιο συγκινημένος απ’ την ανακάλυψη αυτής της συγκίνησης.
Αν  με γνωρίζατε αυτή τη στιγμή θ’ άξιζε  και να με αγαπήσετε, όπως κ’ εγώ σας αγαπάω χωρίς ταπεινοσύνη ή περηφάνεια. Μα ποιος θα σας μεταδώσει τούτη τη στιγμή ; Δεν τη χωράνε τα λόγια, τα χέρια, τα μάτια, ούτε η πράξη, ούτε η σκέψη – είναι μεγάλη σαν εκείνο που λέμε πατρίδα μεγάλη σαν αυτό που λέμε γη μεγάλη σαν όλο τον κόσμο.(Τι αλλιώτικη που είναι η φωνή μου.) Σαν όταν δουλεύεις, με δικιά σου θέληση, στο χωραφάκι του φτωχού και δίψασες το μεσημέρι
Και παρατάς την τσάπα σου γερτή όλο εμπιστοσύνη στον κορμό της μονάκριβης συκιάς
Και σκύβεις στο ρυάκι να πιεις κι αντικρίζεις στο γάργαρο ρυάκι το πρόσωπό σου ωραίο, ξαναμμένο απ’ τη δουλειά, τον αγέρα, τη νιότη, τον ήλιο,
Κι αποθαμάζεις στο νερό τα αστραποβόλα μάτια σου,
και τούτο δε σε σταματάει
μα πίνεις το νερό μαζί με τον εαυτό σου. Ξεδιψάς κι αναγέρνεις κατόπι το κεφάλι στον ουρανό σάμπως να ψάχνεις κάποιον νάβρεις στα ψηλά για να του πεις ευχαριστώ κ’ είναι ο ουρανός κ’ η γη μέσα σου
κι όξω απέραντα κι ολόφωτα κ’ είναι όλος ο κόσμος
δικός σου και μπορείς να τον δώσεις.
Αυτή  η στιγμή είναι  ανεπανάληπτη, γιατί είναι η αιωνιότητα, κ’ η αιωνιότητα υπάρχει και τη δημιουργούμε – δεν επαναλαμβάνεται σαν κάτι που έρχεται και φεύγει και ξανάρχεται. Λοιπόν μην κλαίτε.
Όμως εμένα αφήστε με να κλάψω, γιατί σε λίγο, το μαντεύω, δε θα μπορώ πια να κλάψω μες στην αναγνώριση της ευτυχίας πως μπορώ να πεθάνω.
Συχωρέστε με.
Κι  αλήθεια, ξέχασα να σας  πω το κυριότερo
-που μόλις τώρα τόμαθα-
δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου :
ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του,
ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα που
το ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,
τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και τη φωτιά στον άνθρωπο,
κι ακόμα, ναι, ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρός
Γρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονώ.

Λέω τον αριθμό των χρόνων μου και κλαίω ξέροντας
πως θα τον προσθέσετε στη δόξα του έθνους μας
(ας μου συχωρεθεί κι αυτή μου η τελευταία αδυναμία).
Ακούω αυτόν τον αριθμό στα χείλη σας
και θάθελα να τον φιλήσω πάνω στα χείλη σας.
Ήμουν ίσως μικρός για τη δόξα – ίσως μικρός για  μια τέτοια ευτυχία. Μια πράξη σωστή είναι το πήδημα του  ανθρώπου έξω απ’ τη μοναξιά.
Είναι το σφίξιμο χιλιάδων χεριών κι ο όρκος όλων.
Είμαι έτοιμος.
Δε  δέχομαι, όχι, τη θυσία  για το θάνατο. Τη δέχομαι
Μονάχα για τη ζωή – για μια ζωή που πια δε θα
Απαιτεί καμιά θυσία. Είμαι έτοιμος.

Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα
μιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της,
τ’ ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της
μ’ ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,
τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,
μέσα σ’ αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός του
είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :
από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.
Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,
Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.
Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια –
Μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μας
Μια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μου
μες απ’ το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μου
θα παραλάβουν απ’ τα χέρια μου φλεγόμενη
τη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ’ όλες τις νύχτες των σκλάβων,
φλεγόμενη η σημαία μας σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.
Μπορώ να επαναλάβω :
” Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου – το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ’ το χωριό Λύση,
οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη
” Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α “
και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο – μην το ξεχάστε, σύντροφοι –
Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,
γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα
ματωμένα γόνατα της πλάσης.

Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι, κάμποσες σφαίρες και το δίκιο με το μέρος σου
Όταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείς
να τα διαθέσεις μόνος σου
όταν έχεις το θάνατο σου δικό σου. Γεια σας.
Όλο σας αποχαιρετώ κι ακόμα μένω. Ναι, η πιο μεγάλη πράξη της ζωής μας είναι η απόφαση του θανάτου μας,
Όταν υπάρχει κάποια διέξοδος όταν μπορείς και να τον αποφύγεις, και συ τον διαλέγεις σαν τιμή και σα χρέος για τους άλλους,  πιο πέρα απ’ τις ανάγκες σου.
Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή του Νικάει και το θάνατο. Τόμαθα.
( Αλλιώτικα που  ακούγεται η φωνή μου σήμερα. Μην  είναι αυτή που μου ζητάτε ; αυτή που θάθελα ν’  ακούσετε ; Μην είναι μονάχα αυτή η σωστή φωνή μου  ;
ή η φωνή σας ; η φωνή όλων μας ; )
Τα  πάντα είναι ανύπαρχτα  πριν τα σκεφτείς και πριν τα πράξεις. Όχι  μονάχα να τα σκεφτείς, ή μονάχα να τα πράξεις, μα να τα πράξεις  και να τα σκεφτείς μαζί.
Και σεις, αδέρφια μου, πολύ με βοηθήσατε.
( Κανένας δεν υπάρχει μόνος χωρίς τη βοήθεια του άλλου. )
Εσύ που θα κλάψεις  για το θάνατό μου με βοήθησες να πεθάνω με το κεφάλι ψηλά εσύ  που θα πάρεις το ντουφέκι μου να εκδικηθείς το θάνατό μου
Με βοήθησες να πεθάνω ευτυχισμένος για σένα και για μένα. Με βοήθησαν κι αυτοί που πέσανε πριν από μένα.
Όπως και γω θα σας βοηθήσω.
Τούτη η ώρα δεν είναι  για καυχησιές και ηρωισμούς,
όταν βρίσκεσαι κατάφατσα με το θάνατο,
και σας το λέω απλά, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου μιαν ανοιξιάτικη μέρα για ν’ αποφύγω μια σύγκρουση μ΄ ένα κάρο που το οδηγάει ένας ατζαμής χωριάτης ή για να μη χτυπήσω ένα παιδί που παίζει ανύποπτο στη λιακάδα ή ακόμα, ναι,
( και τούτη η τρυφερότητα δεν είναι αταίριαστη
σ’ έναν άντρα που πρόκειται να πεθάνει )
για να μη λιώσω ένα αγριολούλουδο που πήγε το μπαστάρδικο και φύτρωσε καταμεσίς στη δημοσιά
αθώο-αθώο και γαλανό σαν το μισόκλειστο ματάκι της πλάσης – ναι, τόσο απλά μπορώ να σας το πω, σα να στρίβω το τιμόνι του αμαξιού μου :
” Τ’ αληθινό μπόι του ανθρώπου μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς “. Τίποτ’ άλλο. Γεια σας.
Αν  λυπάμαι για κάτι είναι που πια δε θα μπορέσω να κάνω τίποτα για σας ( όχι σα φήμη ή σαν ιδέα ή σα θρύλος, μα με τούτα τα ίδια μου τα χέρια ),
Έτσι να πούμε, να, να ρίξω και γω μια ντουφεκιά στον αέρα στη γιορτή της απελευθέρωσης
ή να φορτώσω σ’ ένα μεγάλο φορτηγό εκατό τσουβάλια ψωμί, διακόσια τσουβάλια πατάτες,
να σηκώσω κείνης της γριούλας τη ζαλιά τα ξύλα μες στο δάσος να σηκώσω το άλογο του γέρου αγωγιάτη πούπεσε μες στη λάσπη κάποιο βροχερό πρωινό
να δώσω μια κλωτσιά και γω στη μπάλα που παίζουν τα πατριωτάκια το δείλι στο γήπεδο ή να δώσω μια σβερκιά στο φίλο ένα βραδάκι που θα λέει ένα άνοστο αστείο
ή να μοιράσω, μια μέρα που η δουλειά πήγε καλά, μια χαρτοσακούλα καραμέλες στα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου ή ν’ ακουμπήσω αυτά τα δυνατά μου χέρια, που σήμερα τα αγάπησα, σ’ ένα τραπεζάκι της Αμμόχωστος και, δίχως να κοιτάω τα εργατικά μου χέρια, να τα νιώθω πως ξεκουράζονται πάνω στα πέτρινα γόνατα
του φιλικού μας κόσμου.

Σήμερα νιώθω μια τρυφερότητα για τον εαυτό μου ξέροντας πως θα μ’ αγαπήσετε
Σήμερα αγαπάω κ’ εχτιμάω τον εαυτό μου
σήμερα χαμογελάω στον εαυτό μου κοιτάζοντας τον με τ’ αδερφικά σας μάτια.
Μια στιγμή άφησα τ’ όπλο μου να κρυώσει  μια στάλα στην πέτρα, άνοιξα το γυλιό μου κ’ έβγαλα το καθρεφτάκι της τσέπης, – ναι, είμαι όμορφος, – όταν μ’ αγαπάτε – τι θα μπορούσα να κάνω για σας, – όταν μ’ αγαπάτε -τι θα μπορούσα , μόνο τώρα το καταλαβαίνω- ( κ’ ίσως είναι αργά, μόνο με το θάνατό μου έχω να σας χαρίσω πια. ) λ.χ. θα μπορούσα να τινάξω ένα τανκ με μια γροθιά, να πελεκήσω ένα άγαλμα σ’ ‘ένα βουνό, μονομερίς – όταν μ’ αγαπάτε – ή να χτίσω σε μια ώρα ένα πανύψηλο σκολειό. Δεν αστειεύουμαι. Δεν είναι ώρα, αδέρφια μου, για αστεία. Θάθελα νάμαι ωραίος μέσα κι όξω για ν’ αξίζω την αγάπη σας, ναι, ( κι ας το πω κι αυτό : ) για να με σκέφτουνται σαν άντρα τους όλα τα ωραία κορίτσια, για να με σκέφτουνται σα φίλο τους όλοι οι ελληνικοί μας έφηβοι και τα παιδιά του κόσμου.
Δεν προφταίνω.
Να  πρόφταινα, τουλάχιστο, να ξυριστώ, να ψαλιδίσω λιγάκι το μουστάκι μου. Μα ίσως και να πηγαίνει λίγο γένι στη νεανική μορφή μου. ( Βλέπετε πόσο παιδί με κάνει η αγάπη σας ; Μου ξαναδίνει τη δικιά μου φωνή. )
Για σκέψου, αδερφέ μου, μεθαύριο να διαλέγουν πάνω στα χνάρια μας τα κορίτσια τον άντρα τους τα παιδιά τους φίλους τους οι άντρες τις πράξεις τους, να ξέρεις πως και συ πορεύεσαι μαζί τους στ’ αψηλά, σ’ ένα ψηλό – ψηλό βουνό, όλο κορδέλες άσφαλτο, για ν’ αγναντέψεις ακέρια την πλάση,
τις πολιτείες γιομάτες καμινάδες κι αστεροσκοπεία και παράθυρα, τους κάμπους και τα δάσα, τα λιμάνια γιομάτα κατάρτια, τα ειρηνικά αεροπλάνα, τους λεβέντες αϊτούς και τους παιδιάστικους χαρταιτούς με κείνες τις αστείες πολύχρωμες ουρές τους – σ’ ένα ψηλό- ψηλό βουνό, με μια αυτοκινητάρα τελευταία μάρκα που ίσως θάχει τ’ όνομά μας -. Και μόλις τώρα το σκέφτηκα, πως τάχατες η  ζωή δεν πάει μπροστά με σκοτεινές εξομολόγησες και μικρές ειλικρίνειες ( η εξομολόγηση – τόχω ακουστά, και τώρα το θυμήθηκα – σώζει, λέει, εκείνον που ξομολογιέται. Μα τον άλλον ; Κι ο άλλος τι σου χρωστάει να σηκώνει στη ράχη του σαν τσουβάλια άχρηστες πέτρες τα λόγια σου δίχως καν να μπορεί να τις χτίσει ; ) Το λοιπόν , η ζωή τραβάει μπροστά με πράξεις και θυσίες – μ’ αυτό που λένε ” γενική ηθική ” κι ούτε που ξέρω πως τα λένε αυτά, κι ωστόσο τάπα.
Εγώ το μόνο πούμαθα είναι : σα χουφτώνεις τη γωνιά του τραπεζιού είναι η γωνιά του τραπεζιού μ’ όλη της τη στερεότητα κι όταν χουφτώνεις ένα στήθος ξέρεις πώς και τα πιο στέρεα χέρια τρέμουν και τότες θέλεις να σπείρεις χιλιάδες παιδιά για να χαρούν τον κόσμο μας που εσύ δεν πρόφτασες να τον χαρείς κ’ ίσως, δε λέω, ίσως και να το ξέρεις – κάπου αλλού, βαθιά σου να το νιώθεις – πώς τούτο το στήθος “γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας και λευτεριάς”. Και, βέβαια, που πρέπει να το ξέρεις. Γεια σας.
Άντε, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;- Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω λες τη ζωή σου ; Σου αφήνω την περφάνεια σου. Δε θα σεϊδεί ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις: “Είμαι πέρφανη για το γιο μου, – κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου”. Έτσι. Γεια σου, μάνα.
Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ’ το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.
Εσείς μου το δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.
Εσείς, κ’ η αγάπη μας, κι ο θάνατός μου. Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ’ απογείρει να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,
Γιατί ήμουνα φίλος καλός κ’ ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα.
Τώρα  λοιπόν, βαθιά και  σίγουρα, μπορώ να σας το πω, σα να οδηγάω, και πάλι, το αμαξάκι  μου σ’ ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο της Κύπρου ίσα και παστρικά, ένα ολογάλανο  κ’ ήμερο πρωινό, – μπορώ να το πω :
” Η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα “.
Εν τάξει αδέρφια. Εδώ δεν είναι ακατόρθωτη η αδερφοσύνη για μας και για όλους. Εδώ οι διαφορές βουλιάζουνε σ’ ένα χαμόγελο, – κ’ είναι έτσι όπως ακούς, κείνες τις νύχτες του καλοκαιριού, – γαλάζιες, αργυρές και ρόδινες – σ’ ένα μονάχα φέγγος ευτυχίας όλα τα ξέχωρα σπιτίσια μουρμουρίσματα και των μικρών και των μεγάλων άστρων και τρέμει η ρίζα της καρδιάς και τρέμει ο κόσμος τόσο που θέλεις να σκουντήσεις τον αγκώνα κάποιου φίλου για ν’ ακούσεις μαζί του, ή τον αγκώνα έστω μιας πέτρας για ν’ ακούσει και κείνη, να μοιράσεις τη χαρά σου.
Με  τούτη την αγάπη, λέω, που μια μέρα, οι ξύλινοι σταυροί  θα μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα – ναι, κι ο δικός μου ο σταυρός, ο καμένος, ο πέτρινος, με τούτη, λέω, την αγάπη μια μέρα θα λυγίσουμε κείνους που φέρνουν τ’ άδικο και σπέρνουνε το μίσος.
Τούτη είναι η εντολή μου – μ’ όλο που αυτή την ώρα δεν το ξέρω το μίσος
σα να μην τόμαθα ποτές ή να το ξέχασα. Γεια σας.
Όλο ετοιμάζουμαι να φύγω. Όλο σας αποχαιρετώ, κι ακόμα στέκω σαν κάτι νάχω να προστέσω ακόμα στον κόσμο. Σα νάχω να προσφέρω λίγη ακόμα ευτυχία σε σας απ’ το μεδούλι μου.
Θυμάμαι – καλοκαιριάτικο  σούρουπο ήταν – σταμάτησα τ’ αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα. Μια μαυροφορεμένη γριά με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό. ” Φχαριστώ γιαγιά “, της είπα. ” Καλή λευτεριά, γιε μου “, αποκρίθηκε.” Καλή λευτεριά, γιαγιά ” της ξανάπα – κ’ ένιωσα πως της την χρωστάω.
Μούβγαλε  το κασκέτο και  μου σφούγγισε με το χέρι της το κούτελό μου ( Ξέρετε, κ’ οι γριές μπορούνε να χαμογελάνε. ) Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ’ όλους. Μια λευτεριά μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα ( αν υπάρχει ). Τίποτα δεν είναι μήτε για τον ίδιον. ” Άντε γεια σου γιαγιά. Καλή λευτεριά, το λοιπόν ” – κι’ έτριψα λίγο τα μάτια μου – έπεφτε κιόλας γαλανό το θάμπος της βραδιάς, δεν καλόβλεπα.
Κι  όπως τράβηξα πάλι με χαμηλωμένα τα δυο  φώτα μου ( γιατί έφεγγε ακόμα ) ένιωθα ν’ ανεβαίνω με τα’ αμάξι μου, μαζί και ο μέγας κάμπος της Μεσαορίας βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος απ’ το αργό φεγγαρόφωτο, ένιωθα ν’ ανεβαίνω ίσα στον ουρανό κ’ ένιωθα το φεγγάρι που με χτύπησε κατάστηθα ολόδροσο, σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο το φεγγάρι κρεμασμένο μ’ ένα σπάγκο απ’ το λαιμό μου, να με δροσίζει τη καρδιά και λίγο – λίγο να ζεσταίνεται και ν’ αχνίζει στον κόρφο μου. Κι έλεγα : δε φτάνει το τραπέζι, μήτε κάμποσος παράς στην τσέπη, μήτε το ψωμί και το φιλί – ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ’ την καθημερνή την έγνοια του.
Κ’ έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει την έγνοια του για το ψωμί κι όλο τραβάει πιο πέρα απ’ τη σκλαβιά του από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, απ’ το ξεσκλάβωμα της πατρίδας στο ξεσκλάβωμα του κόσμου ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό, ν’ αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του, ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι άφησα σ’ ένα χαντάκι τ’ αμάξι μου.
Πήρα τ’ όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό. Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της βλέπει ολόισα τον ήλιο. Το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιος που θα τον νιώσω πάλι δροσερό, καθώς θα με περνάνε, ( όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι ) – θα τον νιώσω δροσερό κωνσταντινάτο να μου δροσίζει το καμένο στήθος, κ’ έτσι λίγο – λίγο να ζεσταίνεται ο ήλιος και ν’ αχνίζει στον κόρφο μας.
Γεια σας.
(Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς. Όλα τα ανθρώπινα μέτωπα ψηλά. Όλες οι καρδιές μεσίστιες. Στο χωριό Λύση, ανάμεσα Λευκωσία κι Αμμόχωστος, η μάνα του έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτου απ’ το δυνατό σαγόνι της κ’ είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιος της : ” Είμαι πέρφανη. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου “. Ο πατέρας του πάλι, σαν πήγε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας, αναγνώρισε το καμένο παιδί του απ΄ τις χοντρές ελληνικές κοκάλες του κι από κείνο το χρυσό κωνσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του και στον κόρφο του κόσμου.)

Α Θ Η Ν Α .  5 ΕΩΣ 2 5 Μ Α Ρ Τ Ι Ο Υ 1 9 5 7
Γ Ι Α Ν Ν Η Σ  Ρ Ι Τ Σ Ο Σ

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ:

Στις 5 Μαρτίου 1957, μέρα Τρίτη, όλες οι πρωινές αθηναϊκές  εφημερίδες έγραψαν :

ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 4. ( Ιδ. Υπ. ) – Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, φερόμενος  ως υπαρχηγός της ΕΟΚΑ και υπασπιστής του αρχηγού της Διγενή, εφονεύθη προχθές, αφού επολέμησε ηρωικώς επί δέκα ολόκληρες ώρες, μόνος αυτός εναντίον ισχυρών βρετανικών δυνάμεων , στην περιοχή του όρους Τρόοδος σε μια σπηλιά πλησίον της Μονής Μαχαιρά. Η μάχη διεξήχθη υπό τις ακόλουθες συνθήκες.
Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν την πληροφορία ότι στη Μονή Μαχαιρά εκρύπτετο ο καταζητούμενος αυτός πατριώτης , ο οποίος είχε επικηρυχθεί αντί 5.000 λιρών στερλινών. Τις απογευματινές ώρες του Σαββάτου απόσπασμα του βρετανικού στρατού από 60 άνδρες εκινήθη προς την Μονή, την οποία και εκύκλωσε για να συλλάβει τον καταδιωκόμενο αγωνιστή. Οι Βρετανοί στρατιώται ανεστάτωσαν κυριολεκτικώς την Μονή και έθεσαν υπό κράτησιν όλους τους μοναχούς, περιλαμβανομένου και του Ηγουμένου, τους οποίους και εκακοποίησαν για να τους αποσπάσουν πληροφορίες περί του ακριβούς σημείου όπου εκρύπτετο ο Αυξεντίου.
Κανείς όμως μοναχός δεν είπε τίποτα. Κατά την διάρκεια της ερεύνης στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι, οι Βρετανοί στρατιώται ανεκάλυψαν μια σπηλιά κρυμμένη μέσα σε θάμνους.
Λέγεται ότι κάποιος βοσκός τους έδωσε την πληροφορία ότι μέσα στην σπηλιά ήταν κρυμμένος ο Αυξεντίου. Αμέσως οι βρετανικές δυνάμεις εκύκλωσαν την σπηλιά και εκάλεσαν τον Αυξεντίου να παραδοθεί.
Ο επί κεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος ανθυπολοχαγός Μίντλεντον πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και εφώναξε : ” Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε “. Κάποιος απήντησε : ” Καλά παραδιδόμαστε “. Τέσσερες άνδρες βγήκαν έξω, δυο από αυτούς επικηρυγμένοι με 5.000 λίρες, όπως και ο Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ο ανθυπολοχαγός Μίντλεντον τον εκάλεσε και πάλιν να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντησιν ” Μολών λαβέ “.
Αμέσως, τέσερες άνδρες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο ηρωικός μαχητής της κυπριακής ελευθερίας τους υπεδέχθη με καταιγισμόν πυρός. Oι τρεις από τους τέσερες Βρετανούς, οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι θα εισέπραττον την επικήρυξιν του Αυξεντίου βγήκαν αμέσως έντρομοι, ενώ ο τέταρτος, τραυματισμένος στο στήθος κατέπεσε στο έδαφος, για να υποκύψει λίγες ώρες αργότερα στα τραύματά του. Ο επί κεφαλής των βρετανικών δυνάμεων ανθυπολοχαγός Μίντλεντον εζήτησε αμέσως ενισχύσεις, οι οποίες και κατέφθασαν με τα ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθη έτσι επί 10 ολόκληρες ώρες, κατά την διάρκειά της δε οι Βρετανοί εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων δακρυγόνες βόμβες.
Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού προηγουμένως έκαναν χρήσιν όλων των ειδών των όπλων, οι Βρετανοί στρατιώται έρριψαν μέσα στην σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του ηρωικού πατριώτη.
Η μάχη ετελείωσε στις 2 η ώρα την νύκτα.
Το πτώμα του Αυξεντίου ανευρέθη απηνθρακωμένο.
Ο Αυξεντίου ήταν ηλικίας 29 ετών, το επάγγελμά του δε ήταν σοφέρ ταξί.
Στον κατάλογο των καταζητουμένων από τους Άγγλους, ήταν εγγεγραμμένος δεύτερος μετά τον στρατηγό Γρίβα.

( Ακριβές αντίγραφο  απ’ τις εφημερίδες της 5ης Μαρτίου  1957 )

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΟΥΡΤΕΛΗΣ
“ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ”


Έκθεση αγιογραφίας

17,18, 19 Απριλίου 2019

Στον πολυχώρο τέχνης και πολιτισμού
PLEIADES
Κοδράτου 9, Αθήνα
Μετρο: “Μεταξουργείο”
Ωρες επίσκεψης: 19:00 - 22:00
Πληροφορίες: 6972096525 - 6909223809


Και στο facebook, εδώ: Δημήτρης Σκουρτέλης Έκθεση αγιογραφίας

Από την προετοιμασία της έκθεσης




Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

Ο σκυλομούρης γίγαντας, γενάρχης των Ληξουριωτών! Ελληνοκεντρικές απάτες.



Ένα hoax του 1937 ή κατά την καλύτερη περίπτωση, ένα προϊόν απόλυτης άγνοιας, αναπαράγεται από σοβαροφανείς ιστότοπους και μάλιστα με την υποβόσκουσα διαμαρτυρία πως συνωμοσία των αρχαιολόγων αποκρύπτει σημαντικά ευρήματα που αποδεικνύουν πως οι γενάρχες των Ελλήνων ήταν γίγαντες. Ακολουθούμε το δημοσίευμα και κρίνουμε.
Ο τάφος του “γίγαντα” στην Κεφαλονιά (πάντα σύμφωνα με το δημοσίευμα) δεν βρέθηκε από αρχαιολόγους, αλλά από κατάδικους που εργάζονταν σε λατομεία.  
Αυτό, συν το γεγονός ότι κατ’ ομολογίαν υπήρχαν πολλά κόκκαλα ζώων στην ταφή, αλλά και ότι η αρχαιολογική θέση δεν εξετάστηκε από αρχαιολόγους επί τόπου, (Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Μουσείο Αργοστολίου και εκεί εξετάστηκαν από τους ειδικούς σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα) δεν μας πείθει πως πράγματι ο σκελετός ήταν γιγάντιος, ούτε καν ανθρώπινος συνολικά.
Στο στόμα του νεκρού βρέθηκε το καθιερωμένο νεκρικό νόμισμα, και από εδώ αρχίζει η επίδειξη πλήρους άγνοιας:
 “...η δε απουσία παντός μετάλλου εις τον τάφον, εκτός από το περιγραφέν νόμισμα, τους ωδήγησαν εις το συμπέρασμα ότι πρόκειται περί "Προμηκυναϊκής εποχής" ήτοι περίπου 1500-2000 έτη π.Χ....”
Πρώτ’ απ’ όλα δεν υπάρχει απουσία μετάλλου αφού υπάρχει νόμισμα. Δεύτερον, μια που τα νομίσματα εμφανίστηκαν πρώτα στην Μικρά Ασία και μετά στην Ελλάδα μόλις από τον Έβδομο π.Χ. αιώνα και μετά, αυτό αποτελεί terminus post quem (απόλυτο χρονικό όριο αρχαιότητας) για την χρονολόγηση της ταφής.
Έτσι ο “Γίγαντας” δεν μπορεί να είναι ούτε “προϊστορικός” ούτε “προμηκυναϊκός” οπότε και αποκλείεται να είναι γενάρχης οποιουδήποτε, μια που θάφτηκε στους ιστορικούς χρόνους..



Η κοτσάνα όμως δεν έχει κορυφωθεί ακόμα.
Ένα σφράγισμα (τάπα) δοχείου με μορφή ανθρώπου, θεωρήθηκε πορτρέτο του Γίγαντα προγόνου μας.
“Αλλά το σπουδαιότερον εύρημα υπήρξε πηλίνη κεφαλή, η οποία, κατά τρόπον αριστοτεχνικόν απεικονίζει τα χαρακτηριστικά του ταφέντος.
Και παρακάτω:
...τα εξήτασαν ειδικοί αρχαιολόγοι, οι οποίοι, από τα χαρακτηριστικά της πηλίνης κεφαλής και τας λοιπάς περιγραφάς των καταδίκων ανεγνώρισαν, ότι πρόκειται περί του γενάρχου των αρχαίων Ληξουρέων πορθμεύων, όστις μέχρι τούσε εθεωρείτο πρόσωπον μυθικόν.”
Τι γράφει όμως η έκθεση των αρχαιολόγων: Πρόκειται για κεφάλι δούλου, το οποίο συμπεραίνουμε από το “στίγμα” της δουλείας, το σημάδι στο μέτωπο, γελοιογραφικά δοσμένο, με παραμορφωμένα χαρακτηριστικά:
“...Αρύβαλλος εξ΄ απλού πηλού εν σχήματι γελοιγραφικώς κεφαλής δούλου στιγματίου. Ρις σκαλιά, στόμα μέγα και λοξόν, οφρύας λοξάς και ταχείας, μέτωπον στενόν, αυλακούμενον και εστιγματισμένον. Γένειον, μύσταξ και κεφαλή εξυρημένα, πλήν μικρού σκόλλυος όπισθεν του κρανίου.”
Αυτό το απαίσιο κεφάλι -δεν χρειάζονται άλλες περιγραφές, το βλέπετε στις φωτογραφίες- που πιθανότατα απεικονίζει και άνθρωπο της Μαύρης Φυλής, είναι Γενάρχης μας, κατά το δημοσίευμα.
Προφανώς οι δημοσιεύσαντες κοιτάζονται υπερβολικά στον καθρέφτη. Ιδού όλο το δημοσίευμα, με υπογραφή “Ομάδα Ορφέας”:
Σκελετός γίγαντα 2,5 μ.,
ηλικίας 4.000 χρόνων,
βρέθηκε στην Κεφαλονιά!
Το χωριό Λιβάδι της Κεφαλλονιάς βρίσκεται στη χερσόνησο της Παλλικής, στον ομώνυμο υδροβιότοπο.Πολύ κοντά στο Ληξούρι.
Εκεί κοντά υπήρχαν οι αγροτικές φυλακές[1] του νησιού. Οι κρατούμενοι έπρεπε να εργαστούν σε ένα αγρόκτημα.
Σε πολύ μικρή απόσταση από την ακτή, και μέσα στην καρδιά του Λιβαδίου, λειτουργεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια λατομείο. Σε αυτό οι φυλακισμένοι εργάζονταν σε καταναγκαστικά έργα.

Ο λόφος Καστέλι, ο τόπος όπου βρέθηκαν τα αρχαία,
κατεστράφη από... λατομείο...

Τον Ιούλιο του 1937 οι φυλακισμένοι εργάτες του λατομείου ήρθαν σε μια πολύ σημαντική ανακάλυψη, που ενώ διερευνήθηκε από τους αρχαιολόγους, σήμερα παραμένει προκλητικά άγνωστη:
«Μια σπουδαιοτάτη αρχαιολογική ανακάλυψις εσημειώθη εις την επαρχίαν του Ληξουρίου, μεσούντων των κυνικών καυμάτων, εν μηνί Ιουλίω του 1937. Η ανακάλυψις περιβάλλεται υπό του μυστηρίου του τρόμου, όπως τρομερός υπήρξε και ο βίος του μυθικού ήρωος, του οποίου το προτραίτο ανευρέθη:
Κατάδικοι των φυλακών Λιβαδίου, ειργάζοντο εις μέγα βάθος εις τα λατομεία της θέσεως "Σκαβδολίτης", η οποία, ώς γνωστόν, και σήμερον έτι, θεωρείται εκ παραδόσεως το εντευκτήριον των βρυκολάκων, των παγανών και των λοιπών κακοποιών πνευμάτων.

Παλαιός χάρτης επισημαίνει το τοπωνύμιο, στο όρος Αθέρας.

Ήτο μεσημέρι, ο ήλιος εφλόγιζε το σύμπαν και όλα τα ζωντανά όντα ήσαν κρυμμένα. Η Γη έκαιε και η αναμμένη ατμόσφαιρα εμάρμαιρε. Τα πάντα ήσαν έρημα. Είναι, ως γνωστόν, η ώρα, η οποία μαζί με το μεσονύκτιον, ανακαλεί τας ακαθάρτους σκιάς επί της Γής. Αίφνης οι εργαζόμενοι βαρυποινίται ησθάνθησαν υποχθόνιον και υπόκωφον γδούπον, ο οποίος τους έκαμε να ριγήσουν. Εντός ολίγου εβεβαιώθησαν ότι ευρίσκοντο ενώπιον κοιλότητος, η οποία αντηχούσε πενθίμως υπό τα πλήγματα των κασμάδων. Βαθύτατα, μέσα εις το συμπαγές πέτρωμα, ανεκαλύφθη καθαρά ολίγον κατ΄ ολίγον είς τάφος, ο οποίος κατά τρόπον μυστηριώδη ευρέθη εκεί, ανάμεσα εις τα πελώρια και σκληρά ασβεστολιθικά ριζώματα του βουνού.
Ο τάφος είχε σχήμα ακανονίστου σπηλαίου, του οποίου τοστόμιον εφράσσετο από πελωρίας πλάκας. Οι κατάδικοι αφήρεσαν τας πλάκας και τότε νέος τρόμος κατέλαβε και αυτάς ακόμη τας κολασμένας ψυχάς των. Η σύγχυσίς των ήτο τοιαύτη, ώστε, δυστυχώς, δεν έχομεν ακριβείς περιγραφάς του θεάματος, το οποίον αντίκρυσαν οι οφθαλμοί των. Πάντως όμως εις τας γενικάς γραμμάς κατέχομεν ασφαλή την περιγραφήν του εσωτερικού του τάφου:
Εντός αυτού ανεπαύετο εις θέσιν υπτίαν, με τους βραχίονας ανοικτούς, σκελετός πελωρίου ανδρός, ο οποίος, κατά τας αφηγήσεις των αξιοπιστοτέρων και ψυχραιμοτέρων εκ των καταδίκων, υπερέβαινεν ασφαλώς τα 2,5 μ. Εντύπωσιν επροξένησεν ιδίως το πάχος των οστών και η πελωρία κεφαλή του νεκρού.
Πέριξ του σκελετού, ανεκαλύφθησαν άφθονα οστά και οδόντες προβάτων, χοίρων και μοσχαριών. Ταύτα ηρμήνευσαν βραδύτερον οι κατάδικοι ως διαρπαγέντα και κλοπιμαία ζώα, τα οποία είχον τεθεί ως θυσία εις τον τάφον του νεκρού γίγαντος, και πιθανώτατα η ερμηνεία των είναι ορθή.
Πλησίον της δεξιάς χειρός του σκελετού ευρέθη μια πήλινη κανάτα, η οποία περιείχε το ρακί, με το οποίον κατά τα νεκρόδειπνα εδρόσιζε τα χείλη ο νεκρός. Αλλά το σπουδαιότερον εύρημα υπήρξε πηλίνη κεφαλή, η οποία, κατά τρόπον αριστοτεχνικόν απεικονίζει τα χαρακτηριστικά του ταφέντος. Επίσης ευρέθη εν νόμισμα ανάμεσα εις τας σιαγόνας του νεκρού, το οποίον εχρησίμευε δια να πληρωθή ο Χάρων, όστις θα διεπόρθμευε εις την κόλασιν την ψυχήν του αποθανόντος.
Πάντα τα ευρήματα ταύτα μετεφέρθησαν εις το Μουσείον Αργοστολίου. Εκεί τα εξήτασαν ειδικοί αρχαιολόγοι, οι οποίοι, από τα χαρακτηριστικά της πηλίνης κεφαλής και τας λοιπάς περιγραφάς των καταδίκων ανεγνώρισαν, ότι πρόκειται περί του γενάρχου των αρχαίων Ληξουρέων πορθμεύων, όστις μέχρι τούσε εθεωρείτο πρόσωπον μυθικόν. Από τα ευρήματα συνήγαγον οι ειρημένοι αρχαιολόγοι, ότι πρόκειται περί προϊστορικής εποχής, η δε απουσία παντός μετάλλου εις τον τάφον, εκτός από το περιγραφέν νόμισμα, τους ωδήγησαν εις το συμπέρασμα ότι πρόκειται περί "Προμηκυναϊκής εποχής" ήτοι περίπου 1500-2000 έτη π.Χ.(....)».
Ακολουθεί αντιγραφή από το βιβλίο καταγραφής ευρημάτων ανασκαφών, που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αργοστολίου:

«Α/α 1745 Γλυφάδα Λιβαδίου, ευρέθη υπό καταδίκων των αυτόθι φυλακών εν τινι λατομείω την 15ην Ιουνίου 1937 ομού μετά του επομένου αριθμού και εφθαρμένου νομίσματος.
Αρύβαλλος εξ΄ απλού πηλού εν σχήματι γελοιγραφικώς κεφαλής δούλου στιγματίου. Ρις σκαλιά, στόμα μέγα και λοξόν, οφρύας λοξάς και ταχείας, μέτωπον στενόν, αυλακούμενον και εστιγματισμένον. Γένειον, μύσταξ και κεφαλή εξυρημένα, πλήν μικρού σκόλλυος όπισθεν του κρανίου. Επί της κορυφής της κεφαλής το στόμιον του αρυβάλλου μετά δυο οπών προς ανάρτησιν. Διατήρισης πολύ καλή. (ύψος 0,11 - από δεύτερο βιβλίο καταγραφών)
Α/α Πρόχους εξ απλού πηλού πορώδους και ακαθάρτου. Σώμα κυλινδροειδές, χείλη στρογγύλα κατά το ήμισυ ελλιπή. Ζώναι ελαφρώς εγχάρακτοι κατά το μέσον της κοιλίας και την βάσιν του ώμου. Δύο οπαί εκ βλάβης. (0,175 - από δεύτερο βιβλίο καταγραφών)».

Όπως βλέπετε… δεν υπάρχει καμμιά καταγραφή ή περιγραφή οστών…
ΠΗΓΕΣ:
«Από τα μυστήρια της Αρχαιολογικής Επιστήμης - Ανεκαλύφθη ο γενάρχης του Ληξουριού», περ. «Ηχώ», τ. 1937, σελ. 9-11, «Ο Αρχαιολόγος» από τα αρχεία του Σωτήρη Καραβά.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:


[1] Λειτούργησαν μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Δυστυχώς, οι σεισμοί του 1953 και του Ιανουαρίου του 2014, κατέστρεψε ό,τι απέμεινε από το κτηριακό συγκρότημα.



Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

Οι Αιγύπτιοι δεν είπαν όλα τα μυστικά στους Έλληνες. Σε ποιους τα είπαν όμως;

Ο Σολομών ως Αλχημιστής.
Μετάλλιο των Ρωμαϊκών Χρόνων από την Γαλλία
Από την “Συλλογή αρχαίων Ελλήνων Αλχημιστών” (Collection des anciens alchimistes grecs) του χημικού Marcellin Berthelot.
(στην ουσία για την χριστιανική περίοδο πρόκειται και για Αλεξανδρινά και Συριακά συγγράμματα με αναφορές στους αρχαίους Έλληνες, Αιγύπτιους, Εβραίους και Μεσοποτάμιους "συναδέλφους", αλλά και στους Άραβες. Έτσι, αυτή η έκδοση είναι μια Βίβλος του Συγκρητισμού, και μας δείχνει τι ακριβώς συνέβαινε στα μυαλά των "σοφών" εκείνη την εποχή...)
Να λοιπόν ένα απόσπασμα:
“Μερικοί κατηγορούν τον Δημόκριτο και τους [άλλους] αρχαίους [Έλληνες] για τον τρόπο που αναφέρθηκαν (1) σε αυτές τις τέχνες που λέγονται “τίμιες” [την αλχημεία] Γιατί τους κατηγορούν; Μήπως γιατί δεν μπορούσαν να κατηγορήσουν τους Φαραώ, που καυχιόνταν πως είχαν τα πρωτεία στην προφητεία; [Εδώ, “προφητεία” σημαίνει και σοφία] Πως μπορούσαν οι Φαραώ να δίνουν δημόσια και αβέρτα μαθήματα για την κυριαρχία στον Πλούτο [την παρασκευή χρυσού] αφού αυτό θα στρέφονταν κατά της εξουσίας τους; Δεν μπορούσαν να τα βγάλουν προς τα έξω, γιατί τους φθονούσαν.
Μόνο στους Ιουδαίους τα έδωσαν αυτά κρυφά, και αυτοί τα έκαναν, τα έγραψαν και μας τα παράδωσαν. Και ευκαιριακά ακόμη, βρίσκουμε έτσι τον Θεόφιλο του Θεογένη που έγραψε για την “χωρογραφία” (γεωλογία;) των χρυσωρυχείων, την “χωρογραφία” της Μαρίας και των άλλων Ιουδαίων.”

Ετσι λοιπόν, για να μάθουμε την πραγματική σοφία των Αιγυπτίων, δηλαδή το καημό και τον πόθο των αρχαίων Ελλήνων, που πήγαιναν κοπάδια στην Αίγυπτο να την διδαχτούν από τους εκεί ιερείς, και δεν τους τα έλεγαν (σνιφ) πρέπει να πάμε στους Εβραίους.
Αν αυτό δεν είναι η επιτομή του Συγκρητισμού, τι είναι;

(1) Η προσθήκη του “ως μη” και του “αλλά μόνον” από τον συντάκτη δεν μπορεί να είναι σωστή γιατί συνταγές και οδηγίες του Δημόκριτου αναφέρονται πλειστάκις στο κείμενο αλλού.


Μια μικρή σημείωση για τον Συγκρητισμό.


Ο “Συγκρητισμός” η ένωση, δηλαδή, στοιχείων από φαινομενικά αντίθετα κοινωνικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά πράγματα, είναι ένα ιστορικό φαινόμενο που όλοι αντιπαθούν, αφού θέλουν να είναι σίγουροι για τις πεποιθήσεις και την Ιστορία τους. Ετσι, ο Συγκρητισμός, δεν έχει μελετηθεί όσο έπρεπε, ούτε έχει πάρει θέση στην Ιστορία ανάλογη με την επιρροή που είχε.
Για να μην πλατιάζουμε, μιλάμε εδώ για την μετάβαση από τον Παγανισμό στον Χριστιανισμό στην πρώην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δεν πρόκειται για δυο τάσεις που ήταν απαλλαγμένες από συγκρητισμό πριν συναντηθούν. Ο παγανισμός είχε τεράστιες επιρροές από την Αίγυπτο και την Ασία. Ο Ιουδαϊσμός, από τον οποίο πήγασε ο Χριστιανισμός, είχε ένα ισχυρό παγανιστικό υπόστρωμα, ενώ οι μη Ιουδαίοι Χριστιανοί ήταν πρώην παγανιστές.
Κανένας δεν θέλει να δει αυτήν την κατάσταση καθαρά, γιατί οι μεν είναι οπαδοί ενός καθαρού Ελληνικού πολιτισμού (που υπάρχει μόνο στα μυαλά τους) ενώ οι δε θέλουν τις θρησκείες τους ανέγγιχτες από οτιδήποτε κοσμικό ή ξένο.
Η αλήθεια είναι πως ο Ελληνικός πολιτισμός πήρε ιδιαίτερο χαρακτήρα μόνο μετά από πολλούς αιώνες εξέλιξης, χωρίς να πάψει να αποδίδει τιμές στους ξένους “δασκάλους” του.
Ο μονοθεϊστικός Ιουδαϊσμός παρέμεινε μια θρησκεία λίγων προφητών και Ιερέων, ενώ ο Εβραϊκός λαός λάτρευε αγάλματα φιδιών, αγελάδων, αλλά και του ...Ιεχωβά και έχτιζε ναούς στην Αφροδίτη - Αστάρτη, την οποία, η αρχαιολογία απέδειξε πως θεωρούσαν σύζυγο του ...Θεού. Μνεία Εβραίων Μάγων και Νεκρομάντεων υπάρχει ακόμα και στην Βίβλο.
Ο δε Χριστιανισμός αντιμετώπισε, ειδικά τους πρώτους αιώνες, ένα κύμα μυστικισμού που ταύτιζε τους Ολύμπιους με τους ...Αγγέλους, τους αρχαίους φιλόσοφους με τους Προφήτες, και χρησιμοποιούσε Δελφικούς και Σιβυλλικούς χρησμούς για να στηρίξουν την ...Χριστιανική πίστη. Αυτούς τους χρησμούς συμβουλεύονταν οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες.

Κάπου στην αρχαία Ρώμη...

Το ότι τελικά επικράτησε η Ορθοδοξία, δεν πρέπει να μας οδηγεί στην άρνηση της επιρροής του Χριστιανικού Συγκρητισμού. Όσα έλεγαν οι Γνωστικοί και οι άλλοι όμοιοί τους είναι σε μεγάλο βαθμό ψευδή, φανταστικά ή αστήρικτα, αλλά αυτό δεν αρκεί να τους εξαφανίσει από την Ιστορία.
Είναι σα να λέμε πως επειδή ο Τσώρτσιλ έλεγε ψέματα ως πολιτικός, δεν χρειάζεται να αναλύσουμε την πολιτική της Μ. Βρετανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή τουλάχιστον πρέπει να την υποτιμήσουμε.
Αν οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες και οι Πατέρες της Εκκλησίας έδωσαν αγώνα για να οριοθετηθεί και να προβληθεί η Ορθοδοξία, και αν τελικά επικράτησαν, η μάζα των “πιστών” δεν καταλάβαινε και πολλά. Ο λαός ήθελε να πιστέψει πως ακολουθεί, αν όχι την θρησκεία, τουλάχιστον την γραμμή των παγανιστών προγόνων του, και εδώ, ο Συγκρητισμός έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η  αλλαγή δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να είναι απότομη, αλλά μια μεταβατική περίοδος ήταν όχι μόνο ανεκτή, αλλά και απαραίτητη.
Σήμερα ο Συγκρητισμός είναι άχρηστος και επιβλαβής, αλλά ας σκεφτούμε πως η Εκκλησία αποφάσισε να αναθεματίσει όσους Χριστιανούς ανακάτευαν την Ορθοδοξία με τα “Ελληνικά” ιδεολογήματα, μόνο τον όγδοο αιώνα!!! (Δες εδώ: Αναθεματισμοί “κατά των Ελλήνων” από την Εκκλησία.)
Ακόμα πιο σημαντική είναι η στάση του πολιτικού που επέβαλλε τον Χριστιανισμό, του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος ούτε το αξίωμα του “Μεγάλου Ποντίφηκα” (δηλ. του παγανιστή αρχιερέα) δεν απέβαλλε, αλλά και έστηνε παγανιστικά μνημεία δίπλα στα Χριστιανικά. Σημειωτέον πως οι παγανιστές τον ανακήρυξαν “θεό” μετά θάνατον, όπως έκαναν και με τους προηγούμενους Αυτοκράτορες (Δες εδώ: Κωνσταντίνος ο Μέγας. Ολύμπιος θεός και "εγκληματίας";) Σαν πολιτικός ηγέτης, δεν ήθελε να απομονωθεί από τον λαό του. Η στάση του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν ένας λελογισμένος Συγκρητισμός με πολιτικούς και όχι δογματικούς στόχους.
Έτσι ο Συγκρητισμός στάθηκε χρήσιμος στον καιρό του.