Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Καβάφης: Η μάστιγα του Ιουλιανού του Παραβάτη.





Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας


Σαστίσαμε στην Aντιόχειαν όταν μάθαμε

τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Aπόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!

Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),

σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα

δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.

Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.—
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.
Aυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί.)
Aνασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Aκούς εκεί; Ο Aπόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Aπόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»
Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.
Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Aπόλλων.
Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.
Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε—
τι άλλο θα έκαμνε— πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Aς πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

Σχόλιο - έρευνα για το θέμα του ποιήματος; Δημήτρης Σκουρτέλης
Είναι η Εβραϊκή θρησκεία που θεωρεί μίασμα τους νεκρούς και τους τάφους, και τους κανόνες της εφάρμοζαν οι Απολλώνιοι. Στην Ελλάδα οι τάφοι ήταν κέντρα λατρείας, όπου γίνονταν «εναγισμοί», οι νεκρικές θυσίες. 
Η αρχαία Κωμωδία σατίριζε τα πάντα, εκτός από ένα: τους νεκρούς!
Ο Κλήμης Αλεξανδρείας διαπιστώνει πως όλοι οι ιεροί τόποι της Ελληνικής λατρείας ήταν, αρχικά, τάφοι Ηρώων!
Υπήρχε και η άποψη πως οι θεοί δεν ήταν παρά ένδοξοι και ικανοί άνθρωποι που έμειναν στη μνήμη των ανθρώπων ως θεοί. Συνεπώς, και η λατρεία των θεών ήταν κατά βάση νεκρική. Και στους προχωρημένους ιστορικούς χρόνους η Απολλώνια λατρεία προσπαθούσε αδιάκοπα να μεταπλάθει την Ελληνική θρησκεία. Ο Απόλλων είχε καταστρέψει το μνήμα του εχθρού του Κύκνου, οδηγώντας ένα ποτάμι πάνω του. Ο Κύκνος μπορεί να λήστευε τους Δελφούς, αλλά θάφτηκε πάνδημα, σε μεγάλη παλλαϊκή κηδεία.
Πολύ που νοιάστηκε ο θεός των ποντικιών. 
Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης πήγε να εφαρμόσει τα ίδια, απομακρύνοντας το λείψανο ενός Χριστιανού που είχε θαφτεί στην αυλή του ναού του Δαφναίου Απόλλωνα την Αντιόχεια. Το γεγονός προκάλεσε αγανάκτηση, και όχι μόνο στους Χριστιανούς. Ακούστε τη συνέχεια από το στόμα του Ιουλιανού: «Κάποιοι από σας» [τους Αντιοχείς] απαρνούμενοι 4 τα ιερά καθήκοντα προς τους θεούς, παραδώσατε το ναό του Δαφναίου θεού» [του Απόλλωνα] «στη διάθεση εκείνων που είχαν αγανακτήσει για το λείψανο του νεκρού» [τους Χριστιανούς] «και αυτοί, κατά λάθος ή επίτηδες, έβαλαν τέτοια φωτιά, που οι μεν ξένοι εφρίκιασαν, αλλά ο λαός γέμισε ηδονή, και ούτε η Βουλή ασχολήθηκε ή ασχολείται»
(η μετάφραση αυτή είναι λάθος, ιδού η σωστή: 
«Κάποιοι από σας, από ιερό καθήκον προς τους θεούς» ή «για να εξιλεωθείτε στους θεούς» >παράδωσατε το ναό του Δαφναίου θεού,… κλπ.) Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας λέει λοιπόν, (όπως και να μεταφράσουμε) πως ήταν οι «Εθνικοί» που απεμπόλησαν το ιερό, γιατί θεώρησαν μέγιστη αμαρτία την βεβήλωση του νεκρού –όποιου νεκρού- και παραχώρησαν το ναό του Απόλλωνα στους Χριστιανούς για να εξιλεωθούν, και αυτοί τον έκαψαν, με την ανοχή τους! Από τα επεισόδια του Κύκνου και του Βαβύλα, δυο εχθρών της «πάτριας θρησκείας», μπορείτε να κρίνετε πόσο, και αν, ο Απόλλων και η λατρεία του συμβάδιζαν με το λαϊκό αίσθημα… Αυτή είναι η γνήσια κληρονομιά του Ελληνικού πολιτισμού, ο βαθύς σεβασμός στους νεκρούς, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκρούστηκε με τις Ιουδαιοαπολλώνιες αντιλήψεις του Ρωμαίου Αυτοκράτορα, αυτού που ξανάχτισε το ναό του Σολομώντα, και που μερικοί (μεταφραστές) επιμένουν να θεωρούν φιλ - Έλληνα.
Σημειώσεις: 1 Σούδα, λήμμα «Παύε, παυ’, ω δέσποθ’ Ερμή» 2 Κλήμη Αλεξανδρείας, Προτρεπτικός προς Έλληνας ΙΙ, σελ. 33. 
Ίσθμια = Μελικέρτης.  
Νέμεα = Αρχέμορος. 
Ελευσίνια = Πρόσυμνος.  
Ολύμπια = «Φρύγας ηνίοχος». 
Πύθια = …Πύθων. 
«Μυστήρια ήσαν άρα, ως έοικεν, οι αγώνες επί νεκροίς διαθλούμενοι» Και στο ίδιο, ΙΙΙ, σελ 39: 
Ναοί Αθηνάς=Ακρίσιος,  
Εριχθόνιος, Κέκροπας. Ελευσίνα= Ιμμάραδος,  
Δαείρας, κόρες του Κελεού.
Δήλος=Υπερβόρειες,  
Δίδυμα=Κλέοχος, 
Άρτεμη Μαγνησίας= Λευκοφρύνη. 
Τελμησσός=ο ομώνυμος Τρώας.
Ιερό Αφροδίτης=Κιννύρας. 
«τους τάφους νεώς επικεκλημένους». (τους τάφους τους ονόμασαν ναούς)
3 Ησίοδος «Ασπίς Ηρακλέους» 477 κ.έ. 4 Η λέξη στο πρωτότυπο είναι «αφοσιούμενοι» 
(«…επεί δε απεπεμψάμεθα τον νεκρόν της Δάφνης, οι μεν αφοσιούμενοι τα προς τους θεούς εξ υμών, αντέδωκαν τοις υπέρ των λειψάνων ηγανακτηκόσι του νεκρού το τέμενος του Δαφναίου θεού…»)  
που οι Αβραμίδης - Χριστοδούλου μεταφράζουν κάπως έτσι, όπως το γράφω στο κείμενο. Κρατάω το πνεύμα της μετάφρασής τους για να μην κατηγορηθώ ως φανατικός. Το πραγματικό νόημα της φράσης, όμως, είναι: «μερικοί από σας, από ιερό καθήκον προς τους θεούς» ή «για να εξιλεωθείτε στους θεούς» >παράδωσατε το ιερό στους Χριστιανούς, ώστε να ξεπληρώσετε την ανόσια προσβολή νεκρού από τον Αυτοκράτορα, που είχε μιάνει ανεπανόρθωτα τον χώρο, με βάση τα Ελληνικά έθιμα.
Λεξικό Δημητράκου: «Αφοσιώ»,«Αφοσιούμαι»: «εξαγνίζω, αφιερώνω, καθαίρω εκ μιάσματος, εξιλεούμαι, αποτρέπω κατάραν ή κακόν οιωνόν ή τα επακόλουθα εγκλήματος». 
Ακόμη, βλ. Λεξικό Σούδας: «Αφοσιούμεθα, το όσιον προσποιούμεθα δήθεν. Αφοσιούμενοι, αντί του τιμώντες. Αφοσιώ, αντί του αποκαθαίρω, αφαγνίζω. Αφοσιώσας, καθάρας ή ξενώσας. Αφοσιώσαι, καθαίρειν» (κάνω καθαρμό) «Αφοσιώσεται, \απάρξεται» (απαρχή=η πρώτη θυσία) «Αφοσιώμενοι, τιμώντες ή απαρχόμενοι» 
Τα ομολογεί λοιπόν ο Ιουλιανός, αλλά τα διορθώνουμε εμείς, από τον πολύ πατριωτισμό μας … Η αγάπη για την πατρίδα, μέσω της… μεταφρασμένης εξιδανίκευσης ενός Ρωμαίου Αυτοκράτορα, ξεχείλισε πια το ποτήρι! 5 Ιουλιανός, «Μισοπώγων» σελ 81-83







Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία


Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη.
Οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.

Η θεουργίες κ’ η επισκέψεις στους ναούς
των εθνικών. Οι ενθουσιασμοί για τους αρχαίους θεούς.

Με τον Χρυσάνθιον η συχνές συνομιλίες.
Του φιλοσόφου — του άλλωστε δεινού — Μαξίμου η θεωρίες.

Και να το αποτέλεσμα. Ο Γάλλος δείχνει ανησυχία
μεγάλην. Ο Κωνστάντιος έχει κάποιαν υποψία.

A οι συμβουλεύσαντες δεν ήσαν διόλου συνετοί.
Παρέγινε — λέγει ο Μαρδόνιος — η ιστορία αυτή,

και πρέπει εξ άπαντος να παύσει ο θόρυβός της.—
Ο Ιουλιανός πηγαίνει πάλιν αναγνώστης

στην εκκλησία της Νικομηδείας,
όπου μεγαλοφώνως και μετ’ ευλαβείας

πολλής τες ιερές Γραφές διαβάζει,
και την χριστιανική του ευσέβεια ο λαός θαυμάζει.



Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν

«Ορών ουν πολλήν μεν ολιγωρίαν ούσαν
ημίν προς τους θεούς»— λέγει με ύφος σοβαρόν.
Ολιγωρίαν. Μα τι περίμενε λοιπόν;
Όσο ήθελεν ας έκαμνεν οργάνωσι θρησκευτική,
όσο ήθελεν ας έγραφε στον αρχιερέα Γαλατίας,
ή εις άλλους τοιούτους, παροτρύνων κι οδηγών.
Οι φίλοι του δεν ήσαν Χριστιανοί·
αυτό ήταν θετικόν. Μα δεν μπορούσαν κιόλας
να παίζουν σαν κι αυτόνα (τον Χριστιανομαθημένο)
με σύστημα καινούριας εκκλησίας,
αστείον και στην σύλληψι και στην εφαρμογή.
Έλληνες ήσαν επί τέλους. Μηδέν άγαν, Aύγουστε.







Ουκ έγνως


Για τες θρησκευτικές μας δοξασίες —
ο κούφος Ιουλιανός είπεν «Aνέγνων, έγνων,
κατέγνων». Τάχατες μας εκμηδένισε
με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.

Τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς
τους Χριστιανούς. «Aνέγνως, αλλ’ ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,
ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως.



Ο Iουλιανός εν τοις Mυστηρίοις

Πλην σαν ευρέθηκε μέσα στο σκότος,
μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη,
συντροφευμένος μ’ Έλληνας αθέους,
κ’ είδε με δόξες και μεγάλα φώτα
να βγαίνουν άυλες μορφές εμπρός του,
φοβήθηκε για μια στιγμήν ο νέος,
κ’ ένα ένστικτον των ευσεβών του χρόνων
επέστρεψε, κ’ έκαμε τον σταυρό του.
Aμέσως οι Μορφές αφανισθήκαν·
οι δόξες χάθηκαν — σβήσαν τα φώτα.
Οι Έλληνες εκρυφοκοιταχθήκαν.
Κι ο νέος είπεν· «Είδατε το θαύμα;
Aγαπητοί μου σύντροφοι, φοβούμαι.
Φοβούμαι, φίλοι μου, θέλω να φύγω.
Δεν βλέπετε πώς χάθηκαν αμέσως
οι δαίμονες σαν μ’ είδανε να κάνω
το σχήμα του σταυρού το αγιασμένο;»
Οι Έλληνες εκάγχασαν μεγάλα·
«Ντροπή, ντροπή να λες αυτά τα λόγια
σε μας τους σοφιστάς και φιλοσόφους.
Τέτοια σαν θες, εις τον Νικομηδείας
και στους παπάδες του μπορείς να λες.
Της ένδοξης Ελλάδος μας εμπρός σου
οι μεγαλύτεροι θεοί φανήκαν.
Κι αν φύγανε, να μη νομίζεις διόλου
που φοβηθήκαν μια χειρονομία.
Μονάχα σαν σε είδανε να κάνεις
το ποταπότατον, αγροίκον σχήμα
σιχάθηκεν η ευγενής των φύσις,
και φύγανε και σε περιφρονήσαν».
Έτσι τον είπανε, κι από τον φόβο
τον ιερόν και τον ευλογημένον
συνήλθεν ο ανόητος, κ’ επείσθη
με των Ελλήνων τ’ άθεα τα λόγια.



Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών

Εξ ιερέων και λαϊκών μια συνοδεία,
αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα,
διέρχεται οδούς, πλατέες, και πύλες
της περιωνύμου πόλεως Aντιοχείας.
Στης επιβλητικής, μεγάλης συνοδείας την αρχή
ωραίος, λευκοντυμένος έφηβος βαστά
με ανυψωμένα χέρια τον Σταυρόν,
την δύναμιν και την ελπίδα μας, τον άγιον Σταυρόν.
Οι εθνικοί, οι πριν τοσούτον υπερφίαλοι,
συνεσταλμένοι τώρα και δειλοί με βίαν
απομακρύνονται από την συνοδείαν.
Μακράν ημών, μακράν ημών να μένουν πάντα
(όσο την πλάνη τους δεν απαρνούνται). Προχωρεί
ο άγιος Σταυρός. Εις κάθε συνοικίαν
όπου εν θεοσεβεία ζουν οι Χριστιανοί
φέρει παρηγορίαν και χαρά:
βγαίνουν, οι ευλαβείς, στες πόρτες των σπιτιών τους
και πλήρεις αγαλλιάσεως τον προσκυνούν —
την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης, τον Σταυρόν.—


Είναι μια ετήσια εορτή Χριστιανική.
Μα σήμερα τελείται, ιδού, πιο επιφανώς.
Λυτρώθηκε το κράτος επί τέλους.
Ο μιαρότατος, ο αποτρόπαιος
Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.

Υπέρ του ευσεβεστάτου Ιοβιανού ευχηθώμεν.





Απιστία

Πολλά άρα Ομήρου επαινούντες, αλλά τούτο
       ουκ επαινεσόμεθα .... ουδέ Aισχύλου, όταν φη η
       Θέτις τον Aπόλλω εν τοις αυτής γάμοις άδοντα

                       «ενδατείσθαι τας εάς ευπαιδίας,
               νόσων τ’ απείρους και μακραίωνας βίους.
               Ξύμπαντα τ’ ειπών θεοφιλείς εμάς τύχας
               παιών’ επευφήμησεν, ευθυμών εμέ.
               Καγώ το Φοίβου θείον αψευδές στόμα
               ήλπιζον είναι, μαντική βρύον τέχνη:
               Ο δ’, αυτός υμνών, ............................
               ...................... αυτός εστιν ο κτανών
               τον παίδα τον εμόν».
                                       Πλάτων, Πολιτείας Β΄

Μετάφραση από τον Δ. Σκουρτέλη: Πολλά επαινούμε από τον Όμηρο, αλλά αυτό όχι, 
ούτε και του Αισχύλου [τους στίχους θα παινέσουμε] 
για όσα είπε η Θέτιδα στον Απόλλωνα που είχε 
τραγουδήσει στους γάμους της: “Καλό και γερό παιδί θα βγει, δεν θ’ αρρωστήσει και 
θα ζήσει πολύ.” “Όλα αυτά σε μας τα είπε, που 
αγαπάμε τους θεούς, και παιανίζοντας τα παίνεψε,
κάνοντάς με ευτυχισμένη. Κι εγώ έλπιζα πως το 
θεϊκό στόμα του Φοίβου δεν ψεύδεται, μια που 
αναβλύζει από τέχνη μαντική: 
Αλλά, αυτός που τον ύμνησε [τον Αχιλλέα] …. 
αυτός είναι που το σκότωσε, το παιδί μου” Πλάτων, Πολιτεία, Β΄

Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Aπόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θάβγαινε απ’ την ένωσί των.
Είπε· Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θαγγίξει
και θάχει μακρυνή ζωή.— Aυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Aπόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Aχιλλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Aλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κ’ είπαν τον σκοτωμό του Aχιλλέως στην Τροία.
Κ’ η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κ’ έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη·
και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Aπόλλων,
πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.
Κ’ οι γέροι την απήντησαν πως ο Aπόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Aχιλλέα.




Η διάσωσις του Ιουλιανού


Όταν μαινόμενοι σκότωσαν οι στρατιώται

τους συγγενείς του αποθανόντος Κωνσταντίνου·

και τελευταίως κινδύνευεν απ’ την φρικτή

παραφορά των ώς και το μικρό παιδί -έξι χρονώ-

του Καίσαρος Ιουλίου Κωνσταντίου,

οι Χριστιανοί ιερείς, οι εύσπλαχνοι,
το βρήκαν, και το πήγανε στο άσυλον
της εκκλησίας. Εκεί τον διέσωσαν, τον εξαετή Ιουλιανόν.
Πλην επιβάλλεται να πούμεν ότι
είναι χριστιανικής πηγής πληροφορία.
Μα διόλου απίθανον να είν’ αληθινόν.
Τίποτε το παράδοξον ιστορικώς
δεν παρουσιάζει: του Χριστού ιερείς
διασώζοντες αθώα Χριστιανόπαιδα.
Αν είναι αληθινό –άραγε ο πολύς φιλόσοφος
Αύγουστος και σ’ αυτό να εξέφραζε
το «λήθη δε έστω του σκότους εκείνου»;






Αθανάσιος


Μέσα σε βάρκα επάνω στον μεγάλο Νείλο,

με δυο πιστούς συντρόφους μοναχούς,

φυγάς και ταλαιπωρημένος ο Αθανάσιος

-ο ενάρετος, ο ευσεβής, ο την ορθήν πίστιν τηρών-

προσεύχονταν. Τον καταδίωκαν οι εχθροί
και λίγη ελπίς υπήρχε να σωθεί.
Ήταν ο άνεμος ενάντιος·
και δύσκολα η σαθρή βάρκα τους προχώρει.
Σαν ετελείωσε την προσευχή,
έστρεψε το θλιμμένο βλέμμα του
προς τους συντρόφους του –κι απόρησε
βλέποντας το παράξενο μειδίαμά τους.
Οι μοναχοί, ενώ προσεύχονταν εκείνος,
είχαν συναισθανθεί τι εγίνονταν
στην Μεσοποταμία· οι μοναχοί
εγνώρισαν που εκείνη την στιγμή
ο φαύλος Ιουλιανός είχεν εκπνεύσει.






Hunc deorum templis


Γερόντισσα τυφλή, ήσουν κρυφή εθνική;

ή ήσουν χριστιανή; Τον λόγον σου

που βγήκε αληθινός –που αυτός που εισήρχετο

επευφημούμενος στην Βιέννη, ο ένδοξος

Καίσαρ Ιουλιανός ήταν προωρισμένος

να υπηρετήσει τα τεμένη των (ψευτών) θεών –
τον λόγον σου που βγήκε αληθινός,
γερόντισσα τυφλή, τον είπες με οδύνην
ως θέλω να υποθέτω ή, φαύλη! με χαράν;





[Πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς]


Είχαν περάσει δέκα πέντε χρόνια.

Ήταν ο πρώτος χρόνος του Θεοδοσίου.

Στην αίθουσα του πατρικού μεγάρου του

περίμενε ένας νέος αλεξανδρινός

μία επίσκεψιν αγαπημένου φίλου.

Για να περνάει πιο εύκολα ο καιρός
πήρε κ’ εδιάβασε το πρώτο που έτυχε βιβλίο.
Ήτανε σοφιστού πολύ οργίλου,
που, για ταπείνωσιν των Χριστιανών,
παράθετε του Ιουλιανού την φράσι.
«Βεβαίως» ψιθύρισεν ο νέος αλεξανδρινός,
«πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».
Για τ’ άλλα, όμως, του Ιουλιανού,
Όμηρον και Ησίοδο, εμειδίασεν μονάχα.





Ο επίσκοπος Πηγάσιος



Εισήλθαν στον περικαλλή ναό της Αθηνάς

ο Χριστιανός επίσκοπος Πηγάσιος

ο Χριστιανός ηγεμονίσκος Ιουλιανός.

Εκύτταζαν με πόθον και στοργή τ’ αγάλματα

όμως συνομιλούσανε διστακτικώς.

με υπαινιγμούς, με λόγια διφορούμενα,
με φράσεις πλήρεις προφυλάξεως,
γιατί δεν ήσαν βέβαιοι ο ένας για τον άλλον
και συνεπώς φοβούνταν να μη εκτεθούν,
ο ψεύτης Χριστιανός επίσκοπος Πηγάσιος
ο ψεύτης Χριστιανός ηγεμονίσκος Ιουλιανός.
Σχόλιο του Σαραντάκου, εδώ

http://www.sarantakos.com/liter/kpk-phgasios.html


Το ποίημα αναφέρεται σε ένα επεισόδιο που μας είναι γνωστό από μια επιστολή του Ιουλιανού, την αριθ. 79. Παραθέτω το αρχαίο κείμενο στο τέλος, και επειδή ως γνωστόν η ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία δεν έχω αμφιβολία ότι θα το διαβάσουμε όλοι από το πρωτότυπο και θα το καταλάβουμε μια χαρά. Επειδή όμως μπορεί να διαβάζει το κείμενο και κανείς αλλοδαπός, παραθέτω και μια περίληψη.


Στην επιστολή αυτή, ο Ιουλιανός, αυτοκράτορας πια, εξιστορεί ένα γεγονός που είχε συμβεί μερικά χρόνια νωρίτερα. Το 355 ο Ιουλιανός, που περνούσε ζωή φιλοσόφου στην Αθήνα, έλαβε τη διαταγή του θείου του, του αυτοκράτορα Κωνσταντίου, να έρθει στο Μεδιόλανο, όπου επρόκειτο να ανακηρυχθεί Καίσαρας της Δύσης. Όμως στο δρόμο ο Ιουλιανός έκανε παράκαμψη και επισκέφτηκε την Τροία· και εκεί, όταν επισκέφθηκε, προσποιούμενος τον περιηγητή, τα ιερά της πόλης, είδε στον βωμό του Έκτορος σημάδια πρόσφατων θυσιών. «Τι; Θυσιάζουν ακόμα οι κάτοικοι του Ιλίου;» ρώτησε τον ξεναγό του, τον επίσκοπο Πηγάσιο. Κι εκείνος, που όπως φαίνεται διατηρούσε ακόμα την παλαιά πίστη, απάντησε ότι δεν είναι κακό να τιμούν ένα επιφανές τέκνο της πόλης τους. Και στη συνέχεια ο ‘τουρίστας’ πρίγκιπας θέλησε να επισκεφτεί και το ναό της Αθηνάς, και ο Πηγάσιος πολύ πρόθυμα τον συνόδεψε. Και ο Ιουλιανός τον κατάλαβε που δεν είναι Χριστιανός, επειδή παρέλειψε να κάνει δυο πράγματα που, κατά τον Ιουλιανό, είναι το άλφα και το ωμέγα της χριστιανικής θεολογίας: να σταυροκοπηθεί και να συρίζει αποδοκιμαστικά μπροστά στα αγάλματα των θεών.


Όπως μπορούμε να εικάσουμε από την ίδια επιστολή, όταν ο Ιουλιανός έγινε αυτοκράτορας ο Πηγάσιος εκδηλώθηκε υπέρ της παλαιάς θρησκείας και κάποιοι δεν του είχαν εμπιστοσύνη ακριβώς επειδή είχε διατελέσει επίσκοπος των Χριστιανών. Και με αυτή του την επιστολή, ο Ιουλιανός παρεμβαίνει υπέρ του Πηγάσιου. Νομίζω ότι για αυτόν τον Πηγάσιο δεν υπάρχει άλλη πηγή στην αρχαία γραμματεία (άλλος είναι βέβαια ο στρατηγός Πηγάσιος του Προκοπίου). Οπότε δεν μπορώ να επιβεβαιώσω την πληροφορία που βρήκα σε κείμενα σημερινών δωδεκαθεϊστών, ότι μετά τον θάνατο του Ιουλιανού ο Πηγάσιος υπέστη διώξεις ή θανατώθηκε. Δεν αποκλείεται να συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά δεν το βρήκα να παραδίδεται.

Ἐπεὶ δὲ κληθεὶς εἰς τὸ στρατόπεδον ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κωνσταντίου ταύτην ἐπορευόμην τὴν ὁδόν, ἀπὸ τῆς Τρῳάδος ὄρθρου βαθέος διαναστάς, ἦλθον εἰς τὸ Ἴλιον περὶ πλήθουσαν ἀγοράν· ὁ δὲ ὑπήντησε καὶ βουλομένῳ τὴν πόλιν ἱστορεῖν (ἦν γάρ μοι τοῦτο πρόσχημα τοῦ φοιτᾶν εἰς τὰ ἱερὰ) περιηγητής τε ἐγένετο καὶ ἐξενάγησέ με πανταχοῦ. Ἄκουε τοίνυν ἔργα καὶ λόγους, ἀφ' ὧν ἄν τις εἰκάσειεν οὐκ ἀγνώμονα τὰ πρὸς τοὺς θεοὺς αὐτόν. Ἡρῷόν ἐστιν Ἕκτορος, ὅπου χαλκοῦς ἕστηκεν ἀνδριὰς ἐν ναΐσκῳ βραχεῖ. Τούτῳ τὸν μέγαν ἀντέστησαν Ἀχιλλέα κατὰ τὸ ὕπαιθρον· εἰ τὸν τόπον ἐθεάσω, γνωρίζεις δήπουθεν ὃ λέγω. Τὴν μὲν οὖν ἱστορίαν, δι' ἣν ὁ μέγας Ἀχιλλεὺς ἀντιτεταγμένος αὐτῷ πᾶν τὸ ὕπαιθρον κατείληφεν, ἔξεστί σοι τῶν περιηγητῶν ἀκούειν. Ἐγὼ δὲ καταλαβὼν ἐμπύρους ἔτι, μικροῦ δέω φάναι λαμπροὺς ἔτι τοὺς βωμοὺς καὶ λιπαρῶς ἀληλιμμένην τὴν τοῦ Ἕκτορος εἰκόνα, πρὸς Πηγάσιον ἀπιδών· «τί ταῦτα;» εἶπον, «Ἰλιεῖς θύουσιν;» ἀποπειρώμενος ἠρέμα ὡς ἔχει γνώμης. Ὁ δέ· «καὶ τί τοῦτο ἄτοπον, ἄνδρα ἀγαθὸν ἑαυτῶν πολίτην, ὥσπερ ἡμεῖς», ἔφη, «τοὺς μάρτυρας, εἰ θεραπεύουσιν;» Ἡ μὲν οὖν εἰκὼν οὐχ ὑγιής, ἡ δὲ προαίρεσις ἐν ἐκείνοις ἐξεταζομένη τοῖς καιροῖς ἀστεία. Τί δὴ τὸ μετὰ τοῦτο; «Βαδίσωμεν,» ἔφην, «ἐπὶ τὸ τῆς Ἰλιάδος Ἀθηνᾶς τέμενος». Ὁ δὲ καὶ μάλα προθύμως ἀπήγαγέ με καὶ ἀνέῳξε τὸν νεών, καὶ ὥσπερ μαρτυρόμενος ἐπέδειξέ μοι πάντα ἀκριβῶς σῶα τὰ ἀγάλματα, καὶ ἔπραξεν οὐθὲν ὧν εἰώθασιν οἱ δυσσεβεῖς ἐκεῖνοι πράττειν, ἐπὶ τοῦ μετώπου τοῦ δυσσεβοῦς τὸ ὑπόμνημα σκιογραφοῦντες, οὐδὲ ἐσύριττεν, ὥσπερ ἐκεῖνοι, αὐτὸς καθ' ἑαυτόν· ἡ γὰρ ἄκρα θεολογία παρ' αὐτοῖς ἐστι δύο ταῦτα, συρίττειν τε πρὸς τοὺς δαίμονας καὶ σκιογραφεῖν ἐπὶ τοῦ μετώπου τὸν σταυρόν.




πηγές:

Τα πέντε «ατελή» ποιήματα του Καβάφη για τον Ιουλιανό

Γενικά σχόλια:


Διάφοροι, όπως ο Λιαντίνης, επιμένουν ότι ὁ Καβάφης γράφει ειρωνικά, και ...κατά των χριστιανών στὴν πραγματικότητα.
Σίγουρα ο Καβάφης δεν βλέπει το θέμα του Ιουλιανού σαν τυπικός πιστός Χριστιανός. 
Αλλά ο Ιουλιανός ήταν πράγματι τόσο βαθιά βάρβαρος και μονοκόμματος στις αντιλήψεις του που θα σόκαρε κάθε πραγματικό Έλληνα (δηλ γνήσιο κληρονόμο της ουσίας του Ελληνικού πνεύματος)
Άλλωστε πολλοί παγανιστές φιλόσοφοι δεν τον ακολούθησαν προφασιζόμενοι χρησμούς...
Δεν μπορούσαν να του εξηγήσουν αλλιώς.

Στο: “Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν” ο Καβάφης λέει πως ο Ιουλιανός ήταν απαράδεκτος κυρίως για τους Έλληνες, μια που ήταν “Χριστιανομαθημένος”.

Ο ποιητής νοιώθει πως το γνήσιο Αλεξανδρινό πνεύμα ενσαρκώνεται από τους Χριστιανούς -τους οποίους παρουσιάζει είρωνες, ανοιχτόμυαλους και εύστροφους- ενώ τον Ιουλιανό ως στενόμυαλο και δογματικό. Και πραγματικά, θεωρώ τους πρώτους Πατέρες, κυρίως τον Κλήμη Αλεξανδρείας ως Αλεξανδρινούς "γραμματικούς". Συμφωνεί μαζί μου και ο Πάπας που τον έχει αποκηρύξει ως Πλατωνιστή (δεν λέω Πλατωνικό)

Μία του απόφαση τον χαρακτηρίζει πιο πολύ απ' όλες σαν αρχοντοχωριάτη και επιδειξία: Απαγόρευσε την χρήση μουλαριών, γαϊδουριών ή βοδιών για τις μεταφορές στο Παλάτι. Μόνο άλογα ήθελε. Και όμως αυτά τα ζώα είναι καταλληλότερα και οικονομικότερα για μεταφορές παρά τα άλογα. Μόνο για επίδειξη τα ήθελε ο Ιουλιανός.
Ας αναλογιστούμε πόσοι αυτοκράτορες με τεράστια ονόματα πέρασαν από τον ίδιο θρόνο, αλλά τέτοιο καλάμι δεν καβάλησαν.

Ο Καβάφης, φυσικά ειρωνεύεται εξ ίσου  και την αντιμαχία των θρησκόληπτων χριστιανών, αλλά εν τέλει έχει πάρει το μέρος της νέας λατρείας γιατί αυτή είναι ζωντανή και όμορφη, ενώ η προηγουμένη νεκρή Κι επίσης γιατί αυτήν την νέα λατρεία διάλεξαν οι δικοί του άνθρωποι, οι Έλληνες και εξελληνισθέντες και ντόπιοι της αγαπημένης του Εγγύς Ανατολής...

Άλλωστε, (και αυτό είναι δύσκολο να γίνει πιστευτό μετά από αιώνες ρομαντικής και νεοπαγανιστικής προπαγάνδας) τα ήθη της πολυθεϊστικής κοινωνίας ήταν πολύ αυστηρότερα από τα χριστιανικά. Πχ, οι γυναίκες των παγανιστών απαγορεύονταν να πίνουν κρασί, το οποίο όμως έπιναν στις Χριστιανικές “αγάπες” και λειτουργίες, όπου συγκάθοταν δημόσια με άντρες, πράγμα απαγορευμένο στη Ρώμη και την αρχαία Ελλάδα. Ο ίδιος ο Ιουλιανός και πολλοί άλλοι παγανιστές κατηγορούσαν. λοιπόν, τους Χριστιανούς σαν διεφθαρμένους και έκλυτους. Διαβάστε τον “Μισοπώγωνα” του Ιουλιανού.
Έτσι, η φυσική θέση του Καβάφη ήταν με τους Χριστιανούς.

Έπειτα, επειδή τυγχάνει να έχω μελετήσει τα σωζόμενα του Ιουλιανού, μόνο γέλωτα μου προκαλούν. Ακόμα και ο ίδιος ομολογεί στον “Μισοπώγωνα” του, πως οι Αντιοχείς του έβγαζαν σατιρικά τραγουδάκια -τα οποία συνεχίζει ο Καβάφης- και πως ακόμα και οι παγανιστές της Αντιοχείας τον κατηγόρησαν για την απομάκρυνση του λειψάνου του Αγίου Βαβύλα, και γι αυτό ουδείς εξ αυτών αντέδρασε στον εμπρησμό του ναού του Απόλλωνα, μια που αυτός είχε βεβηλωθεί από την ασέβεια του Ιουλιανού προς το νεκρό (εννοείται πως το εδάφιο αυτό το έχουν μεταφράσει ...πολύ ελεύθερα οι έχοντες συμφέρον να το κάνουν...)
Όπως πάντα, καλώ κάθε "αντιφρονούντα" να διαβάσει τα γραπτά του.

Ο Ιουλιανός ομολογεί, ακόμα, πως ο Επίσκοπος Τρωάδος σέβοταν τα παγανιστικά ιερά και τα συντηρούσε:
«Βαδίσωμεν,» ἔφην, «ἐπὶ τὸ τῆς Ἰλιάδος Ἀθηνᾶς τέμενος». Ὁ δὲ (Επίσκοπος Πηγάσιος) καὶ μάλα προθύμως ἀπήγαγέ με καὶ ἀνέῳξε τὸν νεών, καὶ ὥσπερ μαρτυρόμενος ἐπέδειξέ μοι πάντα ἀκριβῶς σῶα τὰ ἀγάλματα"
Οι δωδεκαθειστές δεν μπορούν να ανεχθούν αυτήν την ομολογία του ινδάλματός τους και εχουν κατασκευάσει τον μύθο πως αυτός ο επίσκοπος διώχθηκε, δήθεν, από τους ...Χριστιανούς.
Ο Τζουλιάνο, δε,  ξέρει τόσα Ελληνικά που αγνοεί πως το τέμενος είναι ανοικτό υπαίθριο ιερό... Ωραία πρότυπα έχουν οι "Ελληνες"... 
Ο Πρώτος Ολιβιέ Ντεκότ της Ιστορίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου