Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Η μαυρούλα. Διονύσιος Σολωμός

Διασκεδασκευή:
Δημήτρης Σκουρτέλης


Πηγή: 

Την είδα την μαυρούλα,
Την φούμαρα αργά,
Την έφερ' η βαρκούλα
Από την ξενιτειά.

Εμύριζε τ' αέρι
Κουνιόταν τα πανιά,
Στης Κόρινθος τα μέρη,
Από τα Περσικά.

(Το καράβι απ την Περσία πιάστηκε στην Κορινθία)

Φτιαχνότανε οἱ φίλοι
Με λύπη, με χαρά,
Κι αυτὴ μες το μαντήλι
Τους παίρνει τα μυαλά.

Και το χαιρετισμό της
Εστάθηκα να ιδώ,
Ώσπου η πολλή μαστούρα
Μου τό κρυψε καὶ αὐτό.

Σε λίγο, σε λιγάκι
Δεν ήξερα να πω,
Αν έβλεπα φωτάκι,

Ή του πελάγου αφρό.

Κι αφού απ' το μαντήλι,
Εχάθη σα νερό,
Μαστούρωσαν οἱ φίλοι,
Μαστούρωσα κ' εγώ.

Δεν βλέπω τη βαρκούλα,
Δεν βλέπω τα πανιά,
Φουμάρω τὴν μαυρούλα,
Από την ξενιτειά.



Το γνήσιο ποίημα:

Τὴν εἶδα τὴν Ξανθοῦλα,
Τὴν εἶδα ψὲς ἀργά,
Ποῦ ἐμπῆκε 'ς τὴ βαρκοῦλα
Νὰ πάῃ 'ς τὴν ξενιτειά.

Ἐφούσκωνε τ' ἀέρι
Λευκότατα πανιά,
Ὡσὰν τὸ περιστέρι,
Ποῦ ἁπλώνει τὰ φτερά.

Ἐστέκονταν οἱ φίλοι
Μὲ λύπη, μὲ χαρά,
Καὶ αὐτὴ μὲ τὸ μαντῆλι
Τοὺς ἀποχαιρετᾷ.

Καὶ τὸ χαιρετισμό της
Ἐστάθηκα νὰ ἰδῶ,
Ὡς ποῦ ἡ πολλὴ μακρότης
Μοῦ τὸ κρυψε καὶ αὐτό.

'Σ ὀλίγο, 'ς ὀλιγάκι
Δὲν ἤξερα νὰ πῶ,
Ἄν ἔβλεπα πανάκι,
Ἤ τοῦ πελάγου ἀφρό.

Καὶ ἀφοῦ πανί, μαντῆλι,
Ἐχάθη 'ς τὸ νερό,
Ἐδάκρυσαν οἱ φίλοι,
Ἑδάκρυσα κ' ἐγώ.

Δὲν κλαίγω τὴ βαρκοῦλα,
Δὲν κλαίγω τὰ πανιά,
Μόν' κλαίγω τὴν Ξανθοῦλα,
Ποῦ πάει 'ς τὴν ξενιτειὰ.

Δὲν κλαίγω τὴ βαρκοῦλα,
Δὲν κλαίγω τὰ πανιά,
Μόν' κλαίγω τὴν Ξανθοῦλα,
Μὲ τὰ ξανθὰ μαλλιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου