Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Le Roi Renaud

Ενα γαλλικό δημοτικό τραγούδι
"Ο βασιλιάς Ρενώ"


Ακολουθεί μια προσπάθεια απόδοσής του στα Ελληνικά
Ο Βασιλιάς εγύρισε από μακρύ σεφέρι
Με τ’ άντερα να κρέμονται, να τα κρατά στο χέρι.
Κι η μάνα του καθόντανε απάνω από την κούνια
Το γιό του ενανούριζε που μόλις εγεννήθη.

Χαρά μεγάλη Βασιλιά, χαρά και στη γυναίκα
Που στεφανώθης κι έκανε το γιό και βασιλιά της
-Και τι χαρά να κάνω γω από παιδί και νύφη;

Σύρε μάνα, προχώρησε, στρώσε μου το κλινάρι
Στρώσε μου νεκροκρέβατο, και να ‘ναι όλο άσπρο
Γιατί καιρός δεν έμεινε, γιατί καιρός δε μένει
Μεσάνυχτα θε να χαθώ, μεσάνυχτα πεθαίνω

Στο δώμα μην το στρώσετε, μονάχα εδώ κάτω
Να μην μ΄ακούσει η αγάπη μου, οπού ναι και λεχώνα.
Κι εκεί στη μέση της νυχτός, σιμά στο μεσονύχτι
Ο Βασιλιάς απέθανε, ο Βασιλιάς εχάθη.

Κι αυτού στα γλυκοξέφωτα που πα να ξημερώσει
Αρχίσανε οι μπιστικοί του Βασιλιά το θρήνο
Κι αυτού στη μέση τσ΄ημερός, τότε που γιοματίζουν
Τον κλάψανε οι μπιστικές, τον κλαίγανε οι βάγιες

Μάνα, γλυκιά μου πεθερά τι τρέχει στο παλάτι
κι οι σκλάβοι και οι μισταρκοί δέρνονται και θρηνούνε;
Τους μαύρους εκατέβασαν στον ποταμό να πιούνε
κι επνίγη ο καλύτερος, ο πετροκαταλύτης….

-Μωρέ, σιγά τον άππαρο, ένα παρίππιν ήταν
για έναν μαύρο δε φελά να κλαίν και να θρηνούνε
ο Βασιλιάς αν ξαναρθεί απ το μακρύ σεφέρι
μαύρους θα φέρει μπόλικους, που σκίζουν τους αγέρες.

-Μάνα, γλυκιά μου πεθερά τι τρέχει στο παλάτι
Και κοπανούνε δυνατά, καρφώνουνε σανίδια;
-Κόρη, οι τάβλες στράβωσαν, πετάξανε και ρόζους
και ξυλουργούς εφώναξα, το πάτωμα να φτιάξουν

-Μάνα, γλυκιά μου πεθερά τι τρέχει στο παλάτι
κι όλα τα σήμαντρα ηχούν, όλα μαζί σημαίνουν;
Σαράντα διάκοι ήρθανε , εξήντα δεσποτάδες
και λειτουργία κάνανε, και λιτανεία κάνουν.

-Μάνα, γλυκιά μου πεθερά τι τρέχει στο παλάτι
και τα παιδάκια τραγουδούν κι όλα αντάμα ψέλνουν;
-Η λειτουργιά ετέλεψε, η λιτανεία εσώθη
και στο παλάτι μπήκανε, το γύρο του να κάνουν.

Όλα αυτά τα πίστεψε, όλα τα εισακούστη.
Και θέλησε να ετοιμαστεί, στη λειτουργιά να πάει.
Οχτώ ημέρες πέρασαν, οχτώ ημερονύχτια
και το αρμάρι άνοιξε, τα ρούχα της να βάλει

-Μάνα, γλυκιά μου πεθερά εσύ γλυκιά μου μάνα
Τι ρούχο πρέπει να φορώ, τι φόρεμα να βάλω;
-Το πράσινο δεν σου φελά, το γαλανό να βγάλεις
το μαύρο πρέπει να φοράς, αυτό που σου πηγαίνει.

-Μάνα, γλυκιά μου πεθερά εσύ γλυκιά μου μάνα
όλα καλά τα μολογείς, όλα καλά τα λέγεις
τα μαύρα είν που πρέπουνε, τα μαύρα θα ταιριάζουν
Σε μένα που εγέννησα, που γέννησα το γιό μου

Στην εκκλησιά που στάθηκε, στη εκκλησιά που μπήκε
και τη λαμπάδα άναψε, εκείνη που της δώσαν
γονάτισε και έσκυψε κάτω να προσκυνήσει
και χώμα φρέσκο έπιασε, που ‘ταν φρεσκοσκαμμένο.

-Μάνα, γλυκιά μου πεθερά εσύ γλυκιά μου μάνα
γιατί το χώμα είν’ αφρός, είναι φρεσκοσκαμμένο;
-Κόρη μου τώρα θα στο πω, θα σου το μολογήσω
Ο Βασιλιάς απέθανε, εδώ είναι χωμένος

-Ο Βασιλιάς επέθανε, ο Βασιλιάς εχάθη.
Πάρε μητέρα τα κλειδιά, ανοίξετε τ’ αρμάρια,
και τα χρυσάφια πάρετε και τα διαμαντικά μου
και το παιδί φυλάξετε, το γιο του Βασιλέα

Ανοιξε χώμα για να μπω, σκίσου με μιας στα δύο
Τον βασιλιά μου για να βρώ, μαζί του θε να πάω!
Ευθύς το χώμα άνοιξε κι όλη η γης εσκίστη

Κι η λυγερή εχάθηκε, το χώμα την κατάπιε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου