Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Κώστας Βάρναλης ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ (εικαστικοί)


Διασκεδασκευή: Δημήτρης Σκουρτέλης

Mες την υπόγεια την σαλόνα,
μες σε καμβάδες και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
Οι καλλιτέχνες πήγαμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να δούμε κάτι πινακάκια.

Έσπρωχν’ ο ένανες τον άλλο
και τον πατούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
Της τέχνης της ποιοτικής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
Καθόλου χρώμα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
πολύ μακριά απ’ τον πίνακά μας!

Tου ενού το έργο χρόνια δέκα
παράλυτο, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου ασχεδίαστη γυναίκα
στον πίνακα μοιάζει με θεριό·
το Παλαμήδι ο ένας φτιάνει
και θέλει έκθεση στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει η Σχολή που ναι ζαβή!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα η γκαλερί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη γκαλερί αβέρτα
Μένουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άτεχνοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Ιδού το πρωτότυπο:
Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,

προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου