Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Κοτσάνες Στρατηγών- Μάρκος Λικίνιος Κράσσος 115-53 πΧ

Ο Ρωμαίος στρατηγός περνάει τον Ευφράτη για να επιτεθεί στους Πάρθους.
(Δίων Κάσσιος) 
Μετάφραση: Δημήτρης Σκουρτέλης

Μάρκος Λικίνιος Κράσσος 115-53 πΧ


«Σε αυτήν την διάβαση του ποταμού απλώθηκε τόση ομίχλη που δεν γνώριζε ο ένας τον άλλον και ούτε έβλεπαν την γη των εχθρών παρά μόνο όταν πατούσαν πόδι εκεί. Ακόμα, τόσο το πέρασμα όσο και η αποβίβαση ήταν πολύ δύσκολα. Εκεί πάνω σηκώθηκε δυνατός άνεμος και έπεσαν κεραυνοί. Αλλά και η γέφυρα διαλύθηκε πριν περάσουν όλοι. (Αυτά τα γεγονότα έγιναν για να μάθουν και οι πλέον αδιάφοροι και επιπόλαιοι πως θα έχουν κακά ξεμπερδέματα και δεν πρόκειται να επιστρέψουν)
Αλλά ο Κράσσος, για να τους καθησυχάσει, είπε : "Μην ξαφνιάζεστε, άντρες, αν η γέφυρα χάλασε. Μην πιστεύετε πως αυτό σημαίνει κάτι κακό. Εγώ λοιπόν, δίνω το λόγο μου πως είχα ήδη σχεδιάσει την επιστροφή μας μέσω της Αρμενίας." [1]
Μετά από αυτό πήρε φόρα. Τώρα, μεταξύ άλλων, είπε , φωνάζοντας δυνατά: «Έχετε θάρρος! Ούτε ένας από μας δεν θα επιστρέψει από εδώ!» 
(Θαρσεῖτε· οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν ἐντεῦθεν ἐπανήξει) 

Τι ήταν να το ακούσουν αυτό οι στρατιώτες, μια που πίστεψαν πως αυτό ήταν πια οιωνός πολύ σημαντικότερος από κάθε άλλον, και έπεσαν σε ακόμα μεγαλύτερη μελαγχολία. Έτσι, σημασία δεν έδωσαν στις υπόλοιπες παραινέσεις του, που τους βαρβάρους ειρωνεύονταν, τους Ρωμαίους εξυμνούσε, χρήματα τους έδινε, και ανταμοιβές υπόσχονταν.
Αλλά τον ακολούθησαν, και κανείς δεν αντιμίλησε, και σαν υπάκουοι εκ του νόμου, και όπως ήταν και σαστισμένοι, δεν μπορούσαν ούτε να σκεφτούν, ούτε και να κάνουν κάτι για να σωθούν. Σα να ήταν καταδικασμένοι από κάποιο θεό, ήταν αδύναμοι και στη σκέψη, και στο σώμα»
----------------------

Στη συνέχεια οι Ρωμαίοι ηττήθηκαν στις Κάρρες, σε μια μάχη όπου υπερτερούσαν αριθμητικά 4:1 (!!!) Ο Κράσσος σκοτώθηκε και το κεφάλι του παρουσιάστηκε ως τρόπαιο στον Πάρθο βασιλιά Ορώδη Β΄. Αυτή ήταν μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές που έπαθαν ποτέ οι Ρωμαίοι.
Το κείμενο του Δίωνα

Καὶ γὰρ ὁμίχλη ἐν αὐτῇ τῇ τοῦ ποταμοῦ διαβάσει τοσαύτη τοῖς στρατιώταις περιεχύθη, ὥστε περί τε ἀλλήλοις αὐτοὺς σφαλῆναι, καὶ μηδὲν τῆς πολεμίας, πρὶν ἐπιβῆναι αὐτῆς, ἰδεῖν. Καὶ τὰ διαβατήρια τά τε ἀπόβαθρά σφισι δυσχερέστατα ἐγένετο. Κἀν τούτῳ ἄνεμός τε πολὺς ἐπέπεσε καὶ κεραυνοὶ κατέσκηψαν· ἥ τε γέφυρα, πρὶν πάντας αὐτοὺς διελθεῖν, διελύθη, καὶ ( ἦν γὰρ τὰ γιγνόμενα οἷα πάντα τινὰ καὶ τῶν πάνυ ἀγνωμόνων τε καὶ ἀσυνέτων ἐκδιδάξαι, ὅτι κακῶς ἀπαλλάξουσι καὶ οὐκ ἀνακομισθήσονται) φόβος καὶ κατήφεια ἐν τῷ στρατοπέδῳ ἐγένετο δεινή.
19.  Ὁ οὖν Κράσσος παραμυθούμενος αὐτοὺς, εἶπεν ὅτι , « Μὴ καταπλήττεσθε, ἄνδρες στρατιῶται, εἰ ἡ γέφυρα διέφθαρται· μηδὲ οἴεσθε ἐκ τούτου χαλεπόν τι ἐπισημαίνεσθαι.  Ἐγὼ γὰρ ὑμῖν αὐτὸς ἐπομνὺς λέγω ὅτι δι' Ἀρμενίας τὴν ἐπάνοδον ποιήσασθαι ἔγνωκα » . Ἐκ μὲν δὴ οὖν τούτου ἐθάρσυνε. Νῦν δὲ προσεπειπών τινα, ἔφη, μέγα ἀναβοήσας· « Θαρσεῖτε· οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν ἐντεῦθεν ἐπανήξει. » Ἀκούσαντες γὰρ τοῦθ' οἱ στρατιῶται, οἰωνόν τέ σφισιν οὐδενὸς τῶν ἄλλων ἥττω γεγονέναι ἐνόμισαν, καὶ ἐς ἀθυμίαν πλείω κατέπεσον· ὥστε μηδὲν ἔτι μηδὲ τῶν λοιπῶν αὐτοῦ παραινέσεων φροντίσαι, δι' ὧν τόν τε βάρβαρον ἐφαύλιζε, καὶ τὰ τῶν Ῥωμαίων ἐνεκωμίαζε, χρήματά τε αὐτοῖς ἐδίδου, καὶ γέρα ἐπηγγέλλετο. Ἀλλὰ καὶ ὣς εἵποντο, καὶ οὔτε ἀντεῖπέν οἱ οὐδεὶς, οὔτ' ἀντέπραξε· τάχα μὲν καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου, ἤδη δὲ καὶ ἐκπεπληγμένοι, καὶ μήτε τι βουλεῦσαι μήτε πρᾶξαι σωτήριον δυνάμενοι. Πάντα γοῦν καὶ τὰ ἄλλα, καθάπερ ὑπὸ δαιμονίου τινὸς κατακεκριμένοι, καὶ ταῖς γνώμαις καὶ τοῖς σώμασιν ἐσφάλλοντο. 

Πλούταρχος, Κράσσος, 19

[4] Τῷ δὲ Κράσσῳ διαβιβάζοντι τὴν στρατιὰν κατὰ τὸ Ζεῦγμα πολλαὶ μὲν ὑπερφυεῖς βρονταὶ περιερρήγνυντο, πολλὰ δὲ κατήστραπτεν ἐναντία τῷ στρατῷ, πνεῦμα δὲ νέφει καὶ πρηστῆρι μεμειγμένον ἐρεῖσαν αὐτοῦ κατὰ τῆς [5] σχεδίας ἀνέρρηξε πολλὰ καὶ συνέτριψεν. ἐβλήθη δὲ καὶ κεραυνοῖς δυσὶν ὁ χῶρος οὗ στρατοπεδεύειν ἔμελλεν. ἵππος δὲ τῶν στρατηγικῶν ἐπιφανῶς κεκοσμημένος βίᾳ συνεπισπάσας τὸν ἡνίοχον εἰς τὸ ῥεῖθρον ὑποβρύχιος ἠφανίσθη. λέγεται δὲ καὶ τῶν ἀετῶν ὁ πρῶτος ἀρθεὶς ἀπὸ ταὐτομάτου [6] μεταστραφῆναι. πρὸς δὲ τούτοις συνέπεσε μετὰ τὴν διάβασιν μετρουμένοις τὰ ἐπιτήδεια τοῖς στρατιώταις πρῶτον πάντων δοθῆναι φακοὺς καὶ μάζαν, ἃ νομίζουσι Ῥωμαῖοι πένθιμα καὶ προτίθενται τοῖς νεκυσίοις, αὐτοῦ τε Κράσσου δημηγοροῦντος ἐξέπεσε φωνή, δεινῶς συγχέασα [7] τὸν στρατόν· ἔφη γὰρ τὸ ζεῦγμα τοῦ ποταμοῦ διαλύειν, ὅπως μηδεὶς αὐτῶν ἐπανέλθῃ· καὶ δέον, ὡς ᾔσθετο, τοῦ ῥήματος τὴν ἀτοπίαν ἀναλαβεῖν, καὶ διασαφῆσαι πρὸς τοὺς ἀποδειλιῶντας τὸ εἰρημένον, ἠμέλησεν ὑπ' αὐθαδείας. [8] τέλος δὲ τὸν εἰθισμένον καθαρμὸν ἐσφαγιάζετο, καὶ τὰ σπλάγχνα τοῦ μάντεως αὐτῷ προσδόντος ἐξέβαλε τῶν χειρῶν· ἐφ' ᾧ καὶ μάλιστα δυσχεραίνοντας ἰδὼν τοὺς παρόντας, ἐμειδίασε καὶ "τοιοῦτον" ἔφη "τὸ γῆρας· ἀλλὰ τῶν γ' ὅπλων οὐδὲν ἂν ἐκφύγοι τὰς χεῖρας."




[1] Δηλ. από άλλο, βόρειο δρόμο.

1 σχόλιο: